QUELLE RÉZILIQUE!

Τι ντροπή Θεέ μου!

Στο Λύκειο χαραμίζεις την εφηβεία σου ιδρώνοντας πάνω από ένα βιβλίο, προετοιμαζόμενος να διαβείς τον Ρουβίκωνα των Πανελλήνιων ή Πανελλαδικών ή όπως σκατά τις λένε τώρα τις εισαγωγικές στα ΑΕΙ εξετάσεις. Τρόμος συνοδεύει τις μέρες σου και εφιάλτες κουκουλώνουν τα βράδια σου, γιατί σου είπανε πως πρέπει οπωσδήποτε να περάσεις. Αλλιώς, το χάος.

Περνάς, ξοδεύεις άλλα τέσσερα χρόνια στο ελληνικό Πανεπιστήμιο, όπου επιδίδεσαι με μανία στο άθλημα «μόρφωση μετ’ εμποδίων».  Δηλαδή πάλι ιδρώνεις πάνω από βιβλία, αλλά ταυτόχρονα παλεύοντας με λύσσα την  ανοργανωσιά, την έλλειψη υποδομών, το απαρχαιωμένο εξεταστικό σύστημα, τη λαίλαπα των  φοιτητικών κομματικών οργανώσεων, τις απεργίες, τις καταλήψεις, τη φτώχεια, τη μιζέρια, την παράνοια. Τέσσερα χρόνια. Ακριβώς. Ούτε τρίμηνο παραπάνω.

Στη συνέχεια οι γονείς σου σκοτώνουν ένα οικοπεδάκι για να μπορέσεις να φύγεις στο εξωτερικό και να πάρεις κι ένα μάστερ – όλοι το κάνουν αυτό πια. Απαρνιέσαι το μέσο και τη θεσούλα στο Δημόσιο. Έχεις όνειρα εσύ, θα κάνεις καριέρα.

Γυρνάς πίσω όλο χαρά και ελπίδα, για να καταλήξεις σκλάβος σε ιδιώτες επιχειρηματίες, οι διοικητικές μέθοδοι των οποίων έχουν μείνει κάπου στη δεκαετία του ’30 των προηγμένων χωρών. Κάνεις εξειδικευμένη, περίπλοκη  δουλειά, τα δεκάωρα είναι στάνταρ, τα δεκατετράωρα συνηθισμένα, άμα λάχει χτυπάς και κάνα δυο ξενύχτια, ενίοτε και ολονυχτίες, το  μήνα. Ο μισθός σου είναι λίγο πιο πάνω από τον βασικό, για υπερωρίες δεν άκουσε ποτέ κανείς, αν είσαι τυχερός σε τραπεζώνει το αφεντικό «που σε βλέπει σαν παιδί του και θέλει το καλό σου».

Και μια ωραία πρωία, μένεις άνεργος.

Δουλειές –ειδικά καλές δουλειές – χωρίς μέσο δεν υπάρχουν. Ακόμα και οι ανειδίκευτες θέσεις με τα τόσα λουκέτα γίνανε κι αυτές πια περιζήτητες.

Μένεις λοιπόν να εξαρτάσαι από τους γονείς σου σε ανεπίτρεπτη ηλικία και να ψάχνεις κάθε εβδομάδα τα site με τις λιγοστές πια αγγελίες, προσπαθώντας να προσαρμόσεις το βιογραφικό σου σε κάθε πιθανή εργασία και δεξιότητα. Έχεις και μια κάρτα ανεργίας την οποία κουβαλάς πια παντού μαζί σου, μαζί με την ταυτότητα.

Και έρχεται μια στιγμή, κάποια φευγαλέα δευτερόλεπτα. Που έχεις ανοίξει την τηλεόραση και βλέπεις  ειδήσεις. Κι εκεί, στο φτερό, στα γρήγορα- γρήγορα, ακούς κάποιον γερμανό να λέει  πως πρέπει να σηκώσουμε τα μανίκια και να δουλεύουμε δυο ώρες παραπάνω το πρωί και μία το απόγευμα. Δηλαδή δεν είπε  απλά και γενικά να «δουλεύομε περισσότερο», αλλά μας έβγαλε και πρόγραμμα, όπως χρειάζονται τα μικρά παιδάκια.

Σε λούζει λοιπόν εκείνη την ώρα  η ζεστή βροχή της ντροπής. Σε σκεπάζει σαν σεντόνι από πάνω μέχρι κάτω. Τα μαγουλά σου κοκκινίζουν, το σώμα σου μουδιάζει και χαμηλώνεις το βλέμμα, αν και στο δωμάτιο μαζί σου δεν είναι κανείς άλλος να σε δει. Τι ντροπή, τι ρεζιλίκια είναι αυτά, quelle honte, quelle ksèftile, quelle robe de chambre!

Ντροπή και όνειδος για τη χώρα, που  επέτρεψε και ανέχτηκε επί δεκαετίες  τη διόγκωση του κράτους και τη δημιουργία αυτής της εικόνας του έλληνα τεμπέλη. Ντροπή και όνειδος να χρειάζεται να έρχεται ο γερμανός με το posse του για να μας σώσει και να μας τραβήξει το αυτί.

Ντροπή κυρίως και μεγάλο κρίμα για το ποσοστό εκείνο των ελλήνων που δούλεψαν ή ακόμα δουλεύουν από κανονικότατα μέχρι σαν σκλάβοι στον ιδιωτικό αφανή τομέα και που τώρα λούζονται χωρίς να φταίνε τις κατηγορίες.

Ειδικά ακόμη περισσότερη ντροπή για αυτούς του ιδιωτικού που, πεταμένοι στον καιάδα της ανεργίας, ακούνε τον χερ Φρύδεν να τους επιπλήττει ότι δεν δουλεύουν αρκετά, ότι δεν σηκώνουν τα μανίκια, τη στιγμή που θέλουν διακαώς να βρουν μια δουλειά κι αυτή δεν υπάρχει πουθενά, τη στιγμή που δεν τους έχει μείνει ούτε πουκάμισο στην πλάτη τους του οποίου τα μανίκια να μπορούν να σηκώσουν.

Καλώς ήρθατε λοιπόν, ω γερμανοί σωτήρες. Κοπιάστε και στρογγυλοκαθίστε. Φάτε σουβλάκια και πιείτε ουζάκι. Επισκεφτείτε την Ακρόπολη, το Μουσείο, κάντε Άθενς μπάι νάιτ. Πηγαίνετε και μια βόλτα στους δρόμους της πόλης που είναι τίγκα στο σκουπιδαριό. Ακούτε το αεράκι που εκτός από τη μπόχα σας φέρνει και στ’ αυτιά σας ένα τραγουδάκι, που πάει κάπως έτσι «Δε μ’ αρέσουν οι σωτήρες, δε γουστάρω να σωθώ»;  Όχι δεν το τραγουδάνε οι απεργούντες  απορριμματοφόροι. Το τραγουδάει η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών που εξακολουθούν να βγάζουν και να στοιβάζουν τα σκουπίδια τους ενώ ξέρουν ότι κανείς δεν θα έρθει να τα πάρει.

Τελικά, η μεγαλύτερη ντροπή είναι πως κατά βάθος ξέρεις ότι, αν όχι με τον έναν, σίγουρα με τον άλλο τρόπο, μας αξίζει να μας μιλάνε σαν να είμαστε μικρά παιδιά.

Μεγάλα ρεζιλίκια σας λέω.

Advertisements
This entry was posted in ΩΡΑΙΟΣ ΩΣ ALIEN and tagged , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s