Ο ΒΑΛΤΟΣ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΤΟΥ

Α, καλοκαιράκι στην Αθήνα. Η μυρωδιά της περιστεροκουτσουλιάς που σιγοψήνεται στα πεζοδρόμια, το καυτό φούμο που ανεβαίνει στα μούτρα σου κι αναμειγνύεται με τα ρυάκια του ιδρώτα που τρέχουν στο πρόσωπό σου, η μυρωδιά από  μασχάλη – ενίοτε και της δικής σου – στα ΜΜΜ, τα ρούχα που τσαλακώνονται και μουλιάζουν από το πρώτο δίλεπτο, τα πλανόδια εμπορεύματα  revisited:  μαραμένα κουλούρια, περιοδικά με τηγανισμένες κρέμες σώματος – δώρο, ξεβαμμένα βραχιολάκια.

Α, καλοκαιράκι στην Αθήνα, που προσφέρεις μιαν άλλη allure στην εμπειρία: «ανάβει πράσινο φανάρι πεζού και ταυτόχρονα  πράσινο και για τα αυτοκίνητα που στρίβουν από τις μεγάλες λεωφόρους στις κάθετους». Το παιχνίδι αυτό με τις πιθανότητες γίνεται απείρως πιο συναρπαστικό, αφού η  αντηλιά δεν σ’ αφήνει να δεις καλά το φανάρι του πεζού, αλλά ούτε και τα οχήματα που έρχονται καταπάνω σου,  μέσα από τους βραζόμενους αχνούς των καυσαερίων. (Όσα χρόνια θυμάμαι τον εαυτό μου αυτά τα φανάρια είναι έτσι. Από τη μεταπολίτευση και μετά, κανένας συγκοινωνιολόγος δεν έβαλε το χέρι του. Είναι προφανές.)

Α, καλοκαιράκι στην Αθήνα, με τη βροχή να πέφτει σε ακανόνιστες και απρόβλεπτης έντασης ριπές κάθε δυο βήματα στις παρυφές του δρόμου.

Πως;  Τι εννοείτε «ασυννέφιαστος ουρανός»; Όχι. Στην Αθήνα βρέχει. Ναι, ναι σας διαβεβαιώ, βρέχει. Πριν μερικές μέρες, ας πούμε, με 35 υπό σκιάν,  με τη ντάλα στο Δόξα Πατρί, από την Κοραή μέχρι τη Χαριλάου Τρικούπη κι από εκεί πίσω στην Πραξιτέλους, την Κολοκοτρώνη, την Ευαγγελιστρίας και την Ερμού μέχρι το Σύνταγμα, δεχόμουνα τακτικά πυρά από τα γαντζωμένα στις φάτσες των κτιρίων air condition.

Ο Έλλην τακτοποίησε  την ψύξη του όπως και τα  σκουπίδια του: με τη μέθοδο «μακριά από εμάς κι όπου θέλει ας πάει». Ή, πιο ταιριαστά για την συγκεκριμένη περίπτωση, με τη μέθοδο «χέζε ψηλά κι αγνάντευε». Από μέσα άνεση κι από έξω πέρα βρέχει.   Παλιά τα μηχανήματα ήταν λίγα, κι άμα σου ερχόταν καμιά ξώφαλτση έλεγες και Δόξα τω Θεώ που δεν ήταν κουτσουλιά. Με μαθηματική ακρίβεια βέβαια τα μηχανήματα πολλαπλασιάστηκαν και μαζί τους τα νερά που πέφτουν τόσο ανεξέλεγκτα, που συχνά δημιουργούν λιμνούλες και ρυάκια πάνω στα κατεστραμμένα ή / και τρισάθλια από κατασκευής αθηναϊκά περπατήματα.   Το γεγονός ότι εκτός από ενοχλητικό, εκτός από  επικίνδυνο, είναι ΚΑΙ παράνομο να γεμίζεις τους δρόμους και τα πεζοδρόμια με νερά δεν φαίνεται να ενοχλεί κανέναν. Πιθανώς ούτε και την πλειοψηφία αυτών που περπατάνε από κάτω.  Μέχρι να την πατήσουν βέβαια, μέχρι να τους χαλάσει το ρούχο, η κουάφ, μέχρι να γλιστρήσουν και να πέσουν, μέχρι να εκτροχιαστεί το αυτοκίνητό τους πάνω στη γλίτσα. Τότε θα απειλούν Θεούς και δαίμονες και θα βρίζουν το κράτος.

Περιπατητές – κομάντος στους Αθηναϊκούς δρόμους:

Αν νομίζετε ότι σας φτύνουν, είναι γιατί όντως σας φτύνουν. Και μάλιστα, ως συνήθως,  είναι τόσο κοντόφθαλμοι που δεν μπορούν να προβλέψουν ότι θα έρθει η στιγμή που θα βρεθούν κι οι ίδιοι στη θέση του παραλήπτη της ροχάλας. Όχι μόνο μέσω της υποβάθμισης του περιβάλλοντος που και οι ίδιοι ζουν, αλλά και με ένα τρόπο άμεσα προσωπικό. Διότι κάποιος ρυπαρός λεκές στο λευκό πουκάμισο, κάποια σαβούρδα στα μαύρα πεζοδρόμια, κάποιο σπινιάρισμα ρόδας, κάποια μέρα, θα γράφει απάνω και το δικό τους όνομα.

Advertisements
This entry was posted in ΑΣΦΑΛΤΟΣ (ΛΕΜΕ ΤΩΡΑ), ΩΡΑΙΟΣ ΩΣ ALIEN and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

8 Responses to Ο ΒΑΛΤΟΣ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΤΟΥ

  1. Ο/Η Ein Steppenwolf λέει:

    Μου θύμησε ένα κείμενο του Ροΐδη του 1896, σχετικά με την καθαριότητα (για την ακρίβεια: σχετικά με την έλλειψη καθαριότητας) των αθηναϊκών δρόμων και τις τότε προσπάθειες ευπρεπισμού της πόλης ενόψει των Ολυμπιακών Αγώνων.

    Τα συστήματα κλιματισμού λέγεται ότι ανεβάζουν κατά αρκετούς βαθμούς τη θερμοκρασία στους δρόμους του κέντρου της Αθήνας.

    • Ο/Η alienellin λέει:

      Πάντως έχω την απορία αν εγώ μόνο βρίσκω παράξενο το φαινόμενο. Δεν έχω ακούσει κανέναν άλλον να το σχολιάζει. Ή τους φαίνεται εντελώς νορμάλ να δέχονται τα απόβλητα μιας μηχανής στο κεφάλι κάθε δυο βήματα, ή έχουν μάθει να το υπομένουν στωικά όπως τόσα άλλα ή εγώ είμαι απλά – πάλι – το ΟΥΦΟ της υπόθεσης…

    • Ο/Η Ein Steppenwolf λέει:

      Μου θύμησε ένα κείμενο του Ροΐδη του 1896, σχετικά με την καθαριότητα (για την ακρίβεια: σχετικά με την έλλειψη καθαριότητας) των αθηναϊκών δρόμων και τις τότε προσπάθειες ευπρεπισμού της πόλης ενόψει των Ολυμπιακών Αγώνων.

      Οἱ Ἀθηναϊκοὶ δρόμοι

      Πολὺ περισσότερον παρ᾿ ὅσα ἀπὸ τὸν καιρὸν τοῦ Ἀμποῦ ἕως σήμερον ἔτυχε νὰ διαβάσω εἰς τὸν ξένον τύπον ὑβριστικὰ διὰ τὴν Ἑλλάδα, μ᾿ ἔκαμαν νὰ ἐντρέπωμαι αἱ κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν Ὀλυμπιακῶν Ἀγώνων συστάσεις τῶν ἰδικῶν μας ἐφημερίδων πρὸς τὴν ἀστυνομίαν καὶ τοὺς οἰκοκυραίους νὰ ἐπιμεληθοῦν πρὸς χάριν τῶν ξένων τὴν καθαριότητα τῶν δρόμων καὶ νὰ φροντίσουν νὰ μὴ βρωμοῦν αἱ μάνδραι καὶ νὰ μὴν εἶναι τὰ πεζοδρόμια παραρτήματα μακελλείων καὶ λαχανοπωλείων. Ὅλα αὐτὰ ἐζητοῦντο ὡς καὶ ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἐπισκεφθοῦν τὰς Ἀθήνας οἱ αὐτοκράτορες Δὸν Πέτρος καὶ Γουλιέλμος, ὡς μέτρα ἔκτακτα, μὲ τὴν ὑπόμνησιν μάλιστα ὅτι δὲν θὰ παρατείνοντο ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας αἱ τοιαύται περὶ καθαριότητος ἐνοχλήσεις.

      • Ο/Η alienellin λέει:

        «αἱ τοιαύται περὶ καθαριότητος ἐνοχλήσεις.»
        Kαι εκεί είναι λοιπόν, το ζουμί του προβλήματος. Το ότι πρόκειται για ενοχλήσεις.

        Ευχαριστώ για την αναζήτηση και ποστάρισμα του κειμένου.

  2. Ο/Η tomoly λέει:

    «Εις την οδόν των Φιλελλήνων»- Εμπειρίκος- http://gkdata.gr/?p=19474
    Στον Conrad Russel Rooks

    Mια μέρα που κατέβαινα στην οδόν των Φιλελλήνων, μαλάκωνε η άσφαλτος κάτω απ’ τα πόδια και από τα δένδρα της πλατείας ηκούοντο τζιτζίκια, μέσ’ στην καρδιά των Aθηνών, μέσ’ στην καρδιά του θέρους.

    Παρά την υψηλήν θερμοκρασίαν, η κίνησις ήτο ζωηρά. Aίφνης μία κηδεία πέρασε. Oπίσω της ακολουθούσαν πέντε-έξη αυτοκίνητα με μελανειμονούσας, και ενώ στα αυτιά μου έφθαναν ριπαί πνιγμένων θρήνων, για μια στιγμή η κίνησις διεκόπη. Tότε, μερικοί από μας (άγνωστοι μεταξύ μας μέσ’ στο πλήθος) με άγχος κοιταχθήκαμε στα μάτια, ο ένας του άλλου προσπαθώντας την σκέψι να μαντεύση. Έπειτα, διαμιάς, ως μία επέλασις πυκνών κυμάτων, η κίνησις εξηκολούθησε.

    Ήτο Iούλιος. Eις την οδόν διήρχοντο τα λεωφορεία, κατάμεστα από ιδρωμένον κόσμο ― από άνδρας λογής-λογής, κούρους λιγνούς και άρρενας βαρείς, μυστακοφόρους, από οικοκυράς χονδράς, ή σκελετώδεις, και από πολλάς νεάνιδας και μαθητρίας, εις των οποίων τους σφικτούς γλουτούς και τα σφύζοντα στήθη, πολλοί εκ των συνωθουμένων, ως ήτο φυσικόν, επάσχιζαν (όλοι φλεγόμενοι, όλοι στητοί ως Hρακλείς ροπαλοφόροι) να κάμουν με στόματα ανοικτά και μάτια ονειροπόλα, τας συνήθεις εις παρομοίους χώρους επαφάς, τας τόσον βαρυσημάντους και τελετουργικάς, άπαντες προσποιούμενοι ότι τυχαίως, ως εκ του συνωστισμού, εγίνοντο επί των σφαιρικών θελγήτρων των δεκτικών μαθητριών και κορασίδων αυταί αι σκόπιμοι και εκστατικοί μέσα εις τα οχήματα επαφαί – ψαύσεις, συνθλίψεις και προστρίψεις.

    Nαι, ήτο Iούλιος. και όχι μόνον η οδός των Φιλελλήνων, μα και η Nτάπια του Mεσολογγιού και ο Mαραθών και οι Φαλλοί της Δήλου επάλλοντο σφύζοντες στο φως, όπως στου Mεξικού τας αυχμηράς εκτάσεις πάλλονται ευθυτενείς οι κάκτοι της ερήμου, στην μυστηριακή σιγή που περιβάλλει τας πυραμίδας των Aζτέκων.

    Tο θερμόμετρον ανήρχετο συνεχώς. Δεν ήτο θάλπος, αλλά ζέστη – η ζέστη που την γεννά το κάθετο λιοπύρι. Kαι όμως, παρά τον καύσωνα και την γοργήν αναπνοήν των πνευστιώντων, παρά την διέλευσιν της νεκρικής πομπής προ ολίγου, κανείς διαβάτης δεν ησθάνετο βαρύς, ούτε εγώ, παρ’ όλον ότι εφλέγετο ο δρόμος. Kάτι σαν τέττιξ ζωηρός μέσ’ στην ψυχή μου, με ηνάγκαζε να προχωρώ, με βήμα ελαφρόν υψίσυχνον. Tα πάντα ήσαν τριγύρω μου εναργή, απτά και δια της οράσεως ακόμη, και όμως, συγχρόνως, σχεδόν εξαϋλούντο μέσα στον καύσωνα τα πάντα – οι άνθρωποι και τα κτίσματα – τόσον πολύ, που και η λύπη ακόμη ενίων τεθλιμμένων, λες και εξητμίζετο σχεδόν ολοσχερώς, υπό το ίσον φως.

    Tότε εγώ, με ισχυρόν παλμόν καρδίας, σταμάτησα για μια στιγμή, ακίνητος μέσα στο πλήθος, ως άνθρωπος που δέχεται αποκάλυψιν ακαριαίαν, ή ως κάποιος που βλέπει να γίνεται μπροστά του ένα θαύμα και ανέκραξα κάθιδρως:

    «Θεέ ! O καύσων αυτός χρειάζεται για να υπάρξη τέτοιο φως ! Tο φως αυτό χρειάζεται, μια μέρα για να γίνη μια δόξα κοινή, μια δόξα πανανθρώπινη, η δόξα των Eλλήνων, που πρώτοι, θαρρώ, αυτοί, στον κόσμον εδώ κάτω, έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s