ΜΥΚΟΝΟΣ: AN ALIEN TRAVEL LOG. PART ONE

SANS FOI NI LOI, AVEC CHIEN

Μου αρέσουν οι παραλίες με βότσαλα, ή τα σπάνια επίπεδα βράχια που μπαίνουν μέσα στο νερό. Οι αμμουδιές καλές είναι, αλλά δεν με συγκινούν τόσο.

Οι πολλές κοσμικότητες, το πολύ μπούγιο, η πολυκοσμία και το κυριλέ δεν είναι για μένα.  Ειδικά το κυριλέ, δεν είναι ούτε για μένα, ούτε για το πορτοφόλι μου. Το δανεικό κι αγύριστο πια πορτοφόλι μου.

Επόμενο ήταν λοιπόν η τύχη να μου χαρίσει ως μοναδικό σπίτι δωρεάν φιλοξενίας κάποιο που βρίσκεται στο κοσμικότερο και ακριβότερο μέρος όλης της χώρας, με τις ονομαζόμενες  ως «καλύτερες παραλίες απ’ όλα τα νησιά».  Τις αποκλειστικά αμμουδερές παραλίες, νατιρελμάν. Όχι ότι παραπονιέμαι. Δοξάζω τον Θεό για τη μεγάλη μου τύχη που έχω σπίτι να με φιλοξενήσει οπουδήποτε, πόσο μάλλον κάπου που βρίσκεται σ’ ένα μέρος που όλος ο κόσμος θεωρεί Παράδεισο και για το οποίο με ζηλεύει όταν του ανακοινώνω ότι πάω εκεί. Και για να ξεκαθαρίζουμε τα πράγματα από την αρχή: η Μύκονος είναι ένα όμορφο Κυκλαδίτικο νησί και θα έπεφτε φωτιά να με κάψει αν έλεγα ότι δεν είναι (μην τρελαθούμε κιόλας). Απλά θέλω να εξηγήσω ότι η φράση «με προσκάλεσαν να μείνω σε σπίτι στη Μύκονο» δεν με γεμίζει με την έκσταση που θα γέμιζε τον μέσο Έλληνα (ή τουλάχιστον τον μέσο Έλληνα που ξέρω εγώ, για να είμαστε και statistically correct).  Απλά να, για μένα, άλλο είναι το ομορφότερο νησί και είμαι σίγουρος ότι αυτό που ονομάζεται sod’s law έχει ήδη φροντίσει να τακτοποιήσει σε εκεί φιλικό του σπίτι κάποιον που θα προτιμούσε να βρίσκεται στη Μύκονο.

Υπολογίζω ότι, ελέω φιλικού σπιτιού, έχω πάει στη Μύκονο καμιά ντουζίνα φορές. Εδώ θα επιχειρήσω να καταγράψω την εικόνα της μέσα από τα μάτια κάποιου που δεν τρελαίνεται κιόλας, δηλαδή ενός βεριτάμπλ ΟΥΦΟ.

Κατ’ αρχάς, να ξεκινήσουμε από το βασικότερο των διακοπών για ένα Άλιεν, δηλαδή τις παραλίες. Και δη τη θάλασσα αυτή καθ’ εαυτή. Σε πλήρη δυσαρμονία με τον Έλληνα, ένας Άλιεν πηγαίνει σε νησί το καλοκαίρι κυρίως για να κολυμπήσει. Μέσα στο νερό. Διότι, ΟΚ, για τους περισσότερους Έλληνες οι παραλίες είναι κριτήριο επιλογής νησιού, αλλά σπανίως το πιο θεμελιώδες. Επιπλέον υπάρχει και μια βασική διαφορά στον ορισμό της έννοιας «παραλία», αφού ο Άλιεν όταν λέει παραλία εννοεί κυρίως θάλασσα, ενώ ο Έλλην όταν λέει παραλία εννοεί ακριβώς αυτό: παραλία. Δίπλα από τη θάλασσα, όχι μέσα. Παρά θιν’ αλός στην κυριολεξία δηλαδή. Διότι σε μια  τυχαία παραλία γεμάτη Έλληνες μια οποιαδήποτε ημέρα του καλοκαιριού, σε κάθε δεδομένη στιγμή η  πιθανότητα η αναλογία λουόμενων / λιαζόμενων να ξεπερνάει το 1% σέρνεται γύρω στο 0%.

Αλλά το θέμα μας είναι η Μύκονος. Τα νερά της θάλασσάς της λοιπόν: άψογα, κρυστάλλινα, δροσερά ως κρύα, αναζωογονητικά. Εντάξει, ο βυθός είναι άμμος, αλλά δεν θα τα χαλάσουμε εκεί. Εξάλλου σε πόσα μέρη έχεις την ευκαιρία να κολυμπάς παρέα με τα ψάρια, όπως στον Άγιο Σώστη; Εκεί που όπως είπαμε τα ψιλοχαλάμε, είναι οι αμμουδερές παραλίες. Δεν είναι η αγαπημένες μου. Όχι μόνο για αισθητικούς λόγους, αλλά  και για πρακτικούς. Στο νησί των ανέμων, μετά από κάποια μποφόρ ακόμα και στις νότιες παραλίες την ολική αμμοβολή την έχεις γκαραντί, και –πιστέψτε με- κανένα οχυρωματικό έργο (με τσάντες, πετσέτες, καπέλα) δεν πρόκειται να σε προστατέψει από την εμπειρία «άμμος στ’ αυτιά, άμμος στα μάτια, άμμος στη μύτη, κριτς-κριτς άμμος στα δόντια, άμμος στα μαλλιά  και γενικώς τσουβάλια άμμος σε μέρη για τα οποία ο Θεός δεν την έπλασε.

Αλλά τέλος πάνων, ας πούμε ότι δεν φυσάει τόσο, ή ότι συνηθίζω στην άμμο. Που θα βάλω την πετσέτα μου; Διότι εντάξει: Ομολογώ ότι στην κατηγορία «αμμουδερές» οι παραλίες της Μυκόνου είναι όντως από τις ωραιότερες που έχω δει. Είναι όμως και οργανωμένες μέχρι αηδίας (στην Ελλάδα γενικά οργανώσαμε μόνο το μόνο μέρος της χώρας που δεν χρειαζόταν οργάνωση). Το μεγαλύτερο μέρος της κάθε μίας είναι κατειλημμένο από το γνωστό combo ξαπλώστρα – ομπρέλα,  που ενώ τους περισσότερους τους συγκινεί για εμένα αποτελεί ένα από τα μυστήρια του σύμπαντος. Ποιο το νόημα να πηγαίνει κανείς στις παραλίες αν είναι ν’ αποφεύγει την επαφή με το έδαφός τους; Ποιο το νόημα να ξαπλώνει κι αντί να ακούει τον παφλασμό των κυμάτων, τον αέρα, άντε και κάνα παιδάκι να ουρλιάζει, να ακούει το ντάμπα – ντούμπα της fast music που ακούει και εγκλωβισμένος στο αυτοκίνητό του στο μποτιλιάρισμα;

Καλά, ας μην υπερβάλλω. Μπορώ να κατανοήσω τη θελκτικότητα  μιας αναπαυτικής ξαπλώστρας κι ακόμα περισσότερο αυτή της σκιάς μιας ομπρέλας. Καλή και η χλίδα δε λέω, ειδικά αφού σε προστατεύει κάπως κι απ’ την ανεμοθύελλα. Καλό και το ντρινκάκι στα μαξιλάρια και το σέρβις. Αλλά για πόσο; Και τελικά τα ίδια πράγματα τα έχει και η κοντινότερη στη μεγάλη πόλη σου παραλία. Τέλος πάντων, γούστα είναι αυτά. Και η Μύκονος σε παραλία προσφέρεται κυρίως γι’ αυτά τα γούστα και βαλάντια: Τα 2/3 κάθε μίας από τις περισσότερες (και πιο ευπρόσιτες) παραλίες είναι πιασμένα από ομπρελοξαπλώστρες που ενοικιάζονται προς 12 ευρώ και για όσους δεν γουστάρουν έχει μείνει το 1/3 που ορίζει ο νόμος και που συνήθως είναι το χειρότερο κομμάτι της αμμουδιάς, όπου και πάλι δεν αποφεύγεις το ντάμπα-ντούμπα (που ως γνωστόν, δεν φυλακίζεται από γραμμές χαραγμένες στην άμμο). Κι αυτό αν είσαι τυχερός, γιατί στο Αγράρι που πήγα φέτος, ας πούμε, οι ξαπλώστρες ήταν wall to wall.

Υπάρχουν βέβαια και κάποιες άλλες παραλίες. Αυτές είναι καταλληλότερες για ένα  Άλιεν, αλλά είναι λίγες και ως επί το πλείστον βορινές. Αυτές οι παραλίες λοιπόν, είναι εξίσου αμμουδερές και κάποτε δεν τις ήξερε ο πολύς κόσμος. Έλα όμως που τις έμαθε; Κι από εκεί που χρησιμοποιούνταν για γυμνισμό και για βόλτα σκύλων τώρα γέμισαν οικογένειες, ζευγάρια, παρέες, κόσμο και ντουνιά με μαγιό και άνευ κυνός; Όχι ότι αυτό πτοεί κάποια από τις δύο ως άνω κατηγορίες. Σου λέει ο άλλος «εδώ μου έχουν πει να κάνω μπάνιο γυμνός, εδώ και θα κάνω» και τσουπ! Πάρτα κάτω τα βρακιά του ανάμεσα σε γέρους νέους και παιδιά. Η δεύτερη κατηγορία επίσης δεν πτοείται. Βγάζει βόλτα τα σκυλιά της αμέριμνη, δηλαδή χωρίς λουρί και χωρίς προσοχή. Την πρώτη κατηγορία προσωπικά τη βρίσκω αστεία και γραφική, μέρος του couleur locale. Αν όμως έχετε παιδιά ή τη θεία Γαρουφαλιά μαζί σας και δεν θέλετε να τους σουλατσάρετε ανάμεσα σε μαλαπερδίτες λίμπρες και γυαλιστερούς πισινούς, you have been warned! Η δεύτερη κατηγορία με έκανε έξαλλο. Όχι από φοβία για τα σκυλιά (την οποία αν έχετε επίσης σας προειδοποίησα), αλλά για λόγους Αρχής.

Πολλοί άνθρωποι φοβούνται τα σκυλιά. Άλλοι ενοχλούνται. Ακόμα κι αν τ’ αγαπούν. Το ότι βρίσκει κάποιος  το πεκινουά σας αξιολάτρευτο δε σημαίνει ότι επιθυμεί να του προσφέρει και  το καπέλο του για να ξαπλώσει, φέρ’ ειπείν. Σε κάθε περίπτωση, ο νόμος λέει ότι τα σκυλιά στις παραλίες πρέπει να είναι οπωσδήποτε στο λουρί τους. Κατά την άποψή μου σωστά και ως ευθεία συνεπαγωγή της ανθρώπινης φοβίας και ενόχλησης. Ως ευθεία συνεπαγωγή της καλής αγωγής.

ΣΚΗΝΙΚΟ ΠΡΩΤΟ

Όρμος Άη Γιάννη.

Στην αμμουδιά βρίσκεται τετραμελής οικογένεια μετά μεγάλου μαύρου σκύλου, μάλλον κάποιας ράτσας. Τα δύο παιδάκια της οικογένειας τον χρησιμοποιούν σαν άλογο, αυτός παίζει συνέχεια και κολυμπάει μαζί τους και γενικά δεν εγκαταλείπει την παρέα τους. Κάποια στιγμή όμως, από μέσα απ’ τη θάλασσα όπου βρίσκομαι γίνομαι μάρτυρας του εξής σκηνικού:

Ο μεγάλος μαύρος σκύλος βγαίνει από τη θάλασσα, περπατάει πέντε μέτρα άδειας παραλίας για να σταθεί μπροστά από μια κοπέλα όπου και προβαίνει στο γνωστό και μη σου τύχει τίναγμα του κορμιού του για να απαλλαγεί από τα νερά . Ωσάν κατόπιν παραγγελίας. Αν ήμουν εγώ θα (σκυλό)βριζα το αφεντικό. Η κοπέλα όμως έχει άλλο πρόβλημα. Φοβάται. Έχει συρρικνωθεί στο μισό και έχει βάλει το χέρι προστατευτικό του προσώπου της σε κλασική αντίδραση άμυνας. Έχω την εντύπωση ότι είναι ξένη, αν και καμία φωνή δεν βγαίνει τώρα από το στόμα της. Έχει κοκαλώσει. Το σκυλί ανήκει στην κατηγορία «ογκώδης αγαθός γίγαντας μπουνταλάς δεν θα πείραζε ούτε μυρμήγκι». Όμως για κάποιον άνθρωπο λιγότερο εξοικειωμένο με σκυλιά, ή χειρότερα, με φοβία, θα μοιάζει τερατώδης.

Ο πατέρας της οικογένειας μόλις έχει βγει από τη θάλασσα. Κοιτάει το σκηνικό και φωνάζει αργά, νωχελικά: «Σίμπααα, έλα εδώ». Τίποτα ο Σίμπα. Έχει πισωκαθήσει μπροστά  από την κοπέλα και αγναντεύει τα πέριξ με αφηρημένη ανεμελιά. Η κοπέλα έχει αγαλματώσει στην ίδια αμυντική στάση. Ο πατέρας βαριέται να περπατήσει για να μαζέψει το σκύλο του. Στέκεται όρθιος να ατενίζει και να καλεί εις μάτην: «Σίιιμπααα. Σίμπα έλα εδώ. Α, μα γιατί δεν έρχεσαι;»

Συγκρατούμαι για να μη φωνάξω: «Έλα πάρ’ τα πόδια σου και μάζεψε το σκύλο σου ρε μ… δε βλέπεις ότι η κοπέλα φοβάται; Δηλαδή, χέ… το νόμο που σου λέει να τον βάλεις σε λουρί, δεν τη λυπάσαι την καημένη που τρέμει;»

Ευτυχώς, την ώρα που πάω να μιλήσω ο σκύλος βλέπει τα παιδάκια να φεύγουν και τρέχει μόνος του να τ’ ακολουθήσει. Γλίτωσα έναν καβγά.

Όχι όμως για πολύ.

ΣΚΗΝΙΚΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Παραλία Άγιος Σώστης. Η αγαπημένη μου. Οι Σούπερ, Ντούπερ Παραντάις δεν πιάνουν μία μπροστά της. Νομίζω. It’s all a blur. Μια φορά έχω πάει σε μία από αυτές, δεν θυμάμαι καν ποια. Πήγα, κάθισα αγκαλιά με τους διπλανούς, θαύμασα  το πολύχρωμο πλήθος (και μιλάμε για πολύχρωμο, όχι αστεία. Επίσης και για πλήθος, όχι αστεία), έδειρα πέντ-έξι για να βρω λίγο χώρο να περάσω στη θάλασσα – κοτόσουπα, πήρα ασπιρίνη για τον πονοκέφαλο, γύρισα και έκλεισα το κεφάλαιο αυτό για πάντα.

Άλλες παραλίες που συστήνω ανεπιφύλακτα είναι ο Φωκός και η Μυρσίνη, αλλά βρίσκονται καρακαταβόρεια και όταν φυσάει (δηλαδή εννέα στις δέκα) δεν μπορεί να κολυμπήσει ούτε λυθρίνι. Επίσης συστήνω και τον Πάνορμο, που προσπαθούν να τον εμπορευματοποιήσουν με μανία αλλά προς το παρόν έχει μερικές μόνο ομπρέλες στη μία άκρη, σωσμένος κι αυτός από τη σεβαστή έκθεσή του στο βοριά. Όλες τις εναπομείνασες όμορφες παραλίες προσπαθούν να τις εμπορευματοποιήσουν δηλαδή, αλλά επειδή οι εναπομείνασες όμορφες παραλίες είναι όλες βορινές, ο στρατηγός άνεμος σώζει για μια φορά το παιχνίδι.

Ο Άγιος Σώστης για τον οποίο λέγαμε είναι κι αυτός βέβαια βορινός, αλλά από κατασκευής ο πιο καλά φυλαγμένος από πλευράς αέρα (για τα ρεύματα δεν παίρνω όρκο). Είναι ελαφρώς δυσπρόσιτος για τα ντε λουξ δεδομένα του μέσου επισκέπτη  του νησιού, δεν έχει φυσικά ομπρελοξαπλώστρες, αλλά για μένα έχει και αυτό το je ne sais quoi -άλλοι το λένε και αύρα-που κάνει ένα μέρος αγαπημένο. Τα ψάρια στα νερά του αποφάσισαν ότι τα γιγάντια ακέφαλα μαλάκια είναι εντελώς άχρηστα αφού δεν τρώγονται μεν, εντελώς ακίνδυνα δε. Έτσι περιδιαβαίνουν αδιάφορα ανάμεσά τους την ώρα που κάνουν απλωτές. Σαν μέρος έγινε ευρύτερα γνωστό τα τελευταία χρόνια, όμως φέτος για πρώτη χρονιά είδα να έχει τόσο  πολύ κόσμο.

Τη συγκεκριμένη μέρα που διαδραματίζεται το σκηνικό, η παραλία είναι τίγκα σε όλο το σεβαστό εμβαδόν της. Είναι απόγευμα, γύρω στις πέντε. Είμαι περίπου στη μέση του μήκους της ακτής, ημικαθισμένος στην πετσέτα μου, σε φάση «είναι ώρα να φεύγω αλλά δεν μου κάνει καρδιά να σηκωθώ», όταν στο οπτικό μου πεδίο εισέρχονται από αριστερά γυναίκα γύρω στα 35 με 40 παρέα με δύο σκυλιά, που διασχίζουν την παραλία στη θαλασσογραμμή της. Τα σκυλιά είναι χωρίς λουρί, συμπαθέστατα, αλλά όχι του τύπου που ακολουθεί το αφεντικό στους 30 πόντους. Με εκείνη τη χαρούμενη αφέλεια που χαρακτηρίζει τούς καλοκάγαθους αντιπροσώπους του είδους τους, προχωράνε μπροστά  από τους παρατεταγμένους λιαζόμενους, επισκεπτόμενα μερικούς εδώ κι εκεί, εφόσον τους κεντρίσουν το ενδιαφέρον. Χώνουν μια μουσούδα εδώ, πατάνε κάποιον ή κάτι εκεί. Για λίγο χρόνο τη φορά βέβαια, αφού δεν χάνουν και την επαφή με την κυρά τους. Η οποία δεν κάνει καμία προσπάθεια να τα μαζέψει κοντά της, σίγουρη ότι καθένας από τους εκατοντάδες λουόμενους στον ‘Αγιο Σώστη εκείνη την ημέρα τρέφει την ίδια αγάπη κι ανεκτικότητα απέναντι στα τετράποδά της.

Φτάνοντας σε μένα, τα σκυλιά έρχονται καταπάνω μου όλο χαρά και ένα εξ’ αυτών κάνει τον κύκλο πίσω απ’ την πλάτη μου εναποθέτοντας με μεγαλοπρέπεια τα αποτυπώματα απ’ τις πατούσες του πάνω στην πετσέτα μου. ΟΚ δεν είναι και το τέλος του κόσμου. Αν ήταν ένας από τους σκύλους των φίλων μου, ούτε που θα το πρόσεχα. Και δεν θα διηγιόμουν καν το περιστατικό, αν δεν έμπαινε στη μέση όπως πάντα, η Αρχή. Αυτή η καταραμένη Αρχή, μόνιμα ενσωματωμένη μέσα στο πρίσμα μέσα από το οποίο ένας Άλιεν βλέπει τη ζωή, για να του την κάνει δύσκολη. Αυτή η Αρχή που δεν με αφήνει σε ησυχία σήκωσε θέμα και μπαϊράκι και οδήγησε στον εξής διάλογο:

ΑΛΙΕΝ: Αυτό που κάνετε δεν είναι σωστό.

Σ.Σ. Η γυναίκα σε εμφάνιση, προφορά και εκφορά λόγου κατατάσσονταν στην κατηγορία Τεκνό Βορείων Προαστίων, μια κατηγορία που γεννήθηκε και άνθισε στα άληστου μνήμης eighties. Η συγκεκριμένη κοπέλα όμως  έχει περάσει κατά πολύ το νόμιμο όριο της «τεκνότητας», άρα ας την ονομάσουμε, αντί ΤΒΠ, ΤΤΒΠ (Τέως Τεκνό Βορείων Προαστίων).

ΤΤΒΠ: Εντάξει, εγώ εκεί πάω. (Εννοώντας την άλλη άκρη της παραλίας όπου ήταν συγκεντρωμένη η πλειοψηφία των σκυλιών.)

ΑΛΙΕΝ: Ναι αλλά στο μεταξύ εμένα μου πατήσανε την πετσέτα. (Κοιτάω όλο νόημα τον ένα από τους ένοχους προσπαθώντας να του μεταδώσω τηλεπαθητικά το μήνυμα «Μην το παίρνεις προσωπικά. Είναι θέμα Αρχής».)

ΤΤΒΠ: Ναι, αλλά τι μπορώ να κάνω εγώ γι’ αυτό;

(Λέω από μέσα μου: «Να μου ζητήσεις συγνώμη, ας πούμε;» Αλλά όχι φωναχτά. Ως συνήθως το απύθμενο θράσος του αντίπαλου μού ανεβάζει το αίμα ακόμα πιο πολύ στο κεφάλι, αφαιρώντας από την ικανότητά μου να είμαι ετοιμόλογος.)

ΑΛΙΕΝ: Μα είναι δυνατόν να τα αφήνεις έτσι; Μου πάτησαν την πετσέτα! (ΟΚ επαναλαμβάνομαι, το ξέρω. Είπαμε, ο θυμός. Αλλά δεν είμαι ο μόνος:)

ΤΤΒΠ: Και τι μπορώ να κάνω εγώ γι’ αυτό;

ΑΛΙΕΝ: Να τους έχεις σε λουρί, όπως λέει ο νόμος! (Τα βρήκα τα λόγια μου!)

Ήταν η στιγμή που το αποφάσισε: «Τούτο εδώ είναι όντως τελείως ΟΥΦΟ», σκέφτηκε. «Δεν αξίζει καν να ασχολούμαι.» Σαν να της είχα πει να βάψει τα σκυλιά ροζ. Με έναν σιωπηλό καγχασμό και ένα ανεπαίσθητο τίναγμα του κεφαλιού και της ιδέας ότι υπάρχει περίπτωση να ακολουθήσει κάποιος έναν νόμο άρχισε να απομακρύνεται, πετώντας πίσω της με περίσσια περιφρόνηση και μια γερή δόση δηλητήριο στην τελευταία λέξη:

ΤΤΒΠ: Έλα σε παρακαλώ τώρα, γλυκέ μου.

Και αυτό είναι σε περίληψη, το πρόβλημα του έθνους. Γλυκιά μου. Εσύ απλώς με αυτή τη νοοτροπία κατάφερες να βγάλεις πιο πολλά λεφτά από τους άλλους και ήρθες να τα μοστράρεις στο νησί  που σου είπανε ότι είναι το καταλληλότερο γι αυτό. Εσύ και το κομμάτι του πληθυσμού που εκπροσωπείς το οποίο αφθονεί στη Μύκονο είναι τελικά και το μεγαλύτερο μειονέκτημα του νησιού. Γλυκιά μου (να πεις τη μάνα σου).

Η φωτογραφία της παραλίας είναι από το http://www.angelfire.com

Advertisements
This entry was posted in ΩΡΑΙΟΣ ΩΣ ALIEN and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

21 Responses to ΜΥΚΟΝΟΣ: AN ALIEN TRAVEL LOG. PART ONE

  1. Ο/Η Ein Steppenwolf λέει:

    Υπάρχουν και χειρότερα.

    Πάντως είναι δυνατόν να εξηγήσει κανείς στο ΠΤΒΠ αποτελεσματικά ότι ο σκύλος πρέπει να φορά λουρί, αλλάζοντας απλώς λίγο τη διατύπωση και προσέχοντας ο τόνος της φωνής και η έκφραση του προσώπου να μένουν φιλικές.

    • Ο/Η alienellin λέει:

      Και μετά θα της δώσω και ένα δεκάευρο που έκανε την τιμή να με ακούσει. Ο διάλογος ήταν κοσμιότατος και το τουπέ της γενικότερα δεν άφηνε περιθώριο για περισσότερες αβρότητες. Οι οποίες στην περίπτωσή της θα απόβαιναν και εις βάρους μου κιόλας. Ένα ‘αχ συγνώμη’ από μέρους της θα μου αρκούσε
      Δεν είπα εγώ ότι δεν υπάρχουν χειρότερα, μιλάς σ’ έναν άνθρωπο που από παιδί κολυμπαει με σκυλιά και ταίζει αδέσποτα. Το ζήτημα είναι η αντιμετώπιση του νόμου σαν να είναι κάτι εκτός του κόσμου τούτου και είναι χαρακτηριστικό της μενταλιτέ των ΤΤΒΠ και των νεόπλουτων που ευδοκιμούν στο νησί γενικότερα.

      • Ο/Η alienellin λέει:

        Σε περίπτωση που δεν κατάλαβες, η τελευταία παράγραφος δεν ειπώθηκε στον διάλογο!

      • Ο/Η Ein Steppenwolf λέει:

        Για την τελευταία παράγραφο το είχα καταλάβει.

      • Ο/Η Ein Steppenwolf λέει:

        Άσχετο: η λέξη «δεκάευρο» μου δίνει την αίσθηση ότι έχει τον τόνο στη λάθος θέση (αν και δεν κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει). Πρέπει να οφείλεται στο τονισμένο α που ακολουθείται από δύο άτονα φωνήεντα.

      • Ο/Η Ein Steppenwolf λέει:

        Καλά, συγγνώμη όφειλε βεβαίως να ζητήσει.

      • Ο/Η alienellin λέει:

        Αnd yet, ούτε που της πέρασε από το μυαλό να πει μια συγνώμη, παρά μόνο με ρώταγε και με ξαναρώταγε τι μπορεί να κάνει βλ. δεν έχει καμία ευθύνη, καμία σχέση με το άθλημα. Κι όταν της ανέφερα τον νόμο έκανε λες και της ειπα το πιο παρακατιανό και άσχετο πράγμα .
        Υ.Γ. Σύμφωνα με τον spell checker μου, το δεκάευρο δεν είναι καν λέξη, όπως ούτε και το ευρώ!

      • Ο/Η Ein Steppenwolf λέει:

        Φαίνεται πως οι μόνες λέξεις στο λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη όπου τονισμένο φωνήεν πλην ί ακολουθείται από αυ ή ευ είναι: βαρύαυλος, ευθύαυλος και οξύαυλος.

      • Ο/Η alienellin λέει:

        Πως στο καλό το έλεγξες αυτό;

      • Ο/Η Ein Steppenwolf λέει:

        Με τη βοήθεια υπολογιστή.

  2. Ο/Η Tomoly λέει:

    Πρώτη φορά πήγα στην Μύκονο το 75. από το 77 ώς και το 82 ήμουνα DJ στο Piero’s (77+78) και στις «9 Μούσες».

    Τότε, το 90% των επισκεπτών της ήταν ξένοι και το 10% Έλληνες, από τους τελευταίους, δε, το 4% ήταν πάμπλουτοι με δικά τους σπίτια- βίλες εκεί, 4% δούλευαν εκεί και …2% τουρίστες.

    Τότε, νοικιάζαμε σπίτια χωρίς ηλεκτρικό και ρεύμα, από άποψη. Οι χωριανοί μας κοίταζαν με συμπάθεια, ως χαζούς, αφού μας πρόσφεραν σπίτια με «πλακάκια στο μπάνιο». Εμείς, όμως, είμαστε χίπηδες και θέλαμε original φυσικές καταστάσεις.

    Το αεροδρόμιο ήταν μια παράγκα- ξύλινη λυόμενη κατασκευή, που φιλοξενούσε μόνο ελικοφόρα αεροπλάνα, 2 ή 3 φορές την ημέρα. Πλοίο είχε μόνο μία φορά την ημέρα, το «Ναϊάς», που έφευγε στις 8 από τον Πειραιά και έφτανε στις 2.

    Κάθε πρωί, έφευγαν βάρκες και πήγαιναν Πλατύ Γιαλό, (όχι Ψαρού!), που πήγαιναν οι πιο στρέιτ, Παράγκα, που πήγαιναν οι χάι χίπηδες, Παραντάις απλό και σούπερ, που πήγαιναν οι με τα σακίδια, (απαγορευόταν στη Μύκονο το κάμπινγκ. Είχε τα βράδια, γύρω στις 1 με 2, ένα σαράβαλο πλοίο, το «Μύκονος», που ερχόταν από άλλα νησιά, και κατέβαζε παιδιά με σακίδια. Κατακουρασμένα αυτά, κατέβαζαν τα σακίδια, έστρωναν τα σλίπινγκ μπαγκ και κοιμόντουσαν στην παραλία που είναι κάτω από το ξενοδοχείο «Αργώ», μεταξύ παλιού «Ρεμέτζο» και Ταχυδρομείου. οι μπάτσοι, όμως, τους ξυπνούσαν με φακούς και φωνές να φύγουν, γιατί έπαιρναν καλό χαρτζιλίκι από τον Φρέντυ που είχε στο Σούπερ χωρίσει στο έδαφος με ασβέστη τα όρια που χωρούσαν ένα σλίπινγκ μπαγκ, και το νοίκιαζε!!! Και έβλεπες ταλαίπωρους, νυσταγμένους φορτωμένους να πηγαίνουν με τα ΠΟΔΙΑ από τη Χώρα στο σούπερ). Μετά, έφθανε μέχρι την Ελιά, που ήταν η ωραιότερη παραλία, (καλά! Για όσους γουστάρουν άμμο, άλλιεν), στην οποία πήγαιναν οι γκαίη_δες. Αυτά τα βαρκάκια, άρχιζαν να γυρνάνε από κει το απόγευμα, πιο πριν δεν μπορούσες να επιστρέψεις στη Χώρα. Μόνο με Ταξί πανάκριβο και αν του είχες δώσει ραντεβού.

    Στην Παράγκα, είχε δυο ταβερνούλες, Η μια ήταν κάποιου Τάσου.δακτυλίδη. Δούλευε αυτός, η γυαναίκα του και τα παιδιά του, ένα αγόρι 8-10 χρονών και ένα κορίτσι λίγο μεγαλύτερο. Το αγόρι έχει, σήμερα,- ή είχε, τουλάχιστον, όσο ήξερα εγώ-, το Κάβο Παραντίσο,. Τότε, δεν υπήρχε τίποτα εκεί πάνω. Μόνον, άμα ήξερες, μια υπέροχη σπηλιά, πολύ ψηλά, σαν σε μπαλκόνι πάνω από την θάλασσα. Η άλλη ταβέρνα ήταν του μπαρμπα- Γιάννη, που είχε και όλη την περιοχή δική του, χωρίς, βέβαια, να έχει συναίσθηση του πόσο πλούσιος ήταν. με το γάιδαρο για μεταφορικό μέσον, ξυπόλητος και με τα ίδια ρούχα, όλο το καλοκαίρι, μέχρι της Παναγίας και με τα νέα, ώς το Φθινόπωρο. Πίσω από την ταβέρνα του μπάρμπα- Γιάννη, που και αυτός την δούλευε με τη γυναίκα του και τα παιδιά του, στα 100 μέτρα περίπου, είχε στη σειρά κάτι δωματιάκια 3Χ1, στα οποία έμεναν μαζί με τις οικογένειές τους όσοι μεγαλο- χίπηδες ερχόντουσαν από την Γκόα της Ινδίας.»Μεγαλοχίπηδες» στην μορφή, αλλά και γιατί ήταν καλοί έμποροι: όλων των ειδών τα υφάσματα, τα αργυρά κοσμήματα και χειροτεχνήματα (+ κανένα …10κιλο μαύρο!!!).

    Σε όλες τις παραλίες ήταν γυμνιστές, εκτός από τον Άγιο Στέφανο. Εκεί πηγαίναμε τους γέρους μας, όταν ερχόντουσαν να μας δουν στο νησί, στο οποίο πήγαινα 25 Μαρτίου και έφευγα μέσα Οκτωβρίου, να πάω κάνα δυο εβδομάδες εξωτερικό, να πάρω καμιά δόση σύγχρονου πολιτισμού και δισκάκια (τότε οι ξένοι δίσκοι ΔΕΝ έβγαιναν εδώ, ταυτόχρονα, με έξω, και μόνον οι κάργα επιτυχίες, πολύ αργότερα. Στην Μύκονο, ΟΜΩΣ, παιζόταν πολύ προγκρέσιβ μουσική, για να μην σας πω ή πιο προγκρέσιβ και δυσανασχετήσετε. Εγώ, πχ, είχα κονέ Νέα Υόρκη, όπου, επειδή, ακριβώς, ήξεραν το πόσο προοδευτικό στη Μουσική μέρος ήταν η Μύκονος, αφού φιλοξενούσε όχι μόνον Αμερικανούς, αλλά ΟΛΩΝ των εθνών τους πιο «ψαγμένους» («προχώ», που λεμέ σήμερα) τύπους, μου έστελναν τζάμπα και ΠΡΙΝ κυκλοφορήσουν, καν, στις ΗΠΑ, προμόσιοναλ δίσκους, με την υποχρέωση να τους στείλω πίσω δελτία με την άποψή μου για τα τραγούδια, [ποια θα έπαιζα, ποια δεν θα έπαιζα, ποια μου ήταν αδιάφορα, ποια θα γινόντουσαν επιτυχίες, ώστε αυτοί, κάνοντας το ίδιο και με άλλους τοπ ντι-τζέυς, έβγαζαν συμπέρασμα πόσα εκατομμύρια αντίτυπα να βγάλουν, και ΕΤΣΙ, αφενός προλάβαιναν την μεγάλη ζήτηση χωρίς σολντ άουτ- εξάντληση δίσκων στα ράφια (= χάσιμο χρημάτων), αλλά και, αφετέρου, γλίτωναν περιττά «τυπώματα» εκατοντάδων χιλιάδων αντίτυπων (= πάλι σώσιμο λεφτών). Η μουσική που έπαιζα στη Μύκονο τα καλοκαίρια, γινόταν χιτ τα Χριστούγεννα στην Αμερική, στο λονδίνο, Βερολίνο, Μιλάνο κλπ. Φανταστείτε ότι στο Πιέρος έπαιρνα μεροκάματο 800 δρχ το 77 και 1200 το 78, ενώ τις κασέτες που έβαζα και έγραφα την ώρα του προγράμματος, χωρίς κανέναν απολύτως κόπο ή σπτάλη χρόνου, δηλαδή, τις πουλούσα 1500 δρχ, Ξεστρατήσαμε, όμως, από τις παραλίες, με τη μουσικούλα…).

    Επειδή άλιεν, και μένα μου την σπάει ο γυμνισμός, αφού είναι ΑΝΤΙΑΙΣΘΗΤΙΚΟΣ στην πράξη, λόγω του ότι μόνο ένα 15, άντε, βαριά βαριά, 20% των σωμάτων αξίζει να είναι γυμνό, πήγαινα με τη γυναίκα μου και το μωρό μας, στον Άγιο Στέφανο. Από κει, νοικιάζαμε ποδήλατο θαλάσσης, παρακάμπταμε τα Χουλάκια και πηγαίναμε προς τον Βορά, όπου είχε σπηλιές θαλάσσιες με ΦΩΚΙΕΣ!!! Ήταν, όμως, πολύ επικίνδυνα, μεγάλο ρίσκο, έτσι και άλλαζε από μπουνάτσα σε μόοοολις ελαφρό αέρα ο καιρός. Μια μέρα,φοβηθήκαμε τόσο πολύ, λόγω και του παιδιού, (γλίστρησε το πορτ-μπεμπέ και το έπιασα από τις χειρολαβές του στον αέρα, ενστικτωδώς και από τύχη, πριν πέσει από το ποδήλατο στην θάλασσα), που δεν ξαναπήγα με την οικογένεια.

    Στον άγιο Γιάννη που λες παραπάνω, έχει τύχει να …κάνουμε έρωτα στην παραλία, δίπλα στο εκκλησάκι, μεσημεριάτικα, 1η ιουνίου! Τόση ερημιά! Τότε, ο δρόμος τέλειωνε, ακριβώς, στο εκκλησάκι. Εμείς, επειδή μας την έσπαγε ο πολύς ο κόσμος Ιούλιο Αύγουστο, πηγαίναμε στην μαγευτική παραλία- αγκαλιά τής Κάπαρης. Δεν είχε, βέβαια, τότε, όχι δρόμο, αλλά ούτε δρομάκι, μέχρι εκεί. Μονοπάτι, αγκάθια, φίδια και τέτοια!

    Στον Άγιο Σώστη που λες, που άρχισε να γίνεται γνωστός, όταν ξεκίνησαν τα λεφούσια για την Μύκονο, όσοι είχαν σπίτια εκεί …έβαζαν μέσον να μην μπεί άσφαλτος ούτε και να καλυφτούν οι λακούβες, για να μην είναι εύκολη η πρόσβαση με αυτοκίνητα, (ο Κώστας ο Ζουγανέλης, το αφεντικό των «9 Μουσών», είχε φτιάξει το σπίτι του εκεί και τα ξέρω),

    Κλείνω, γιατί έχω δουλειά, -ίσως το συνεχίσω άλλη φορά, γιατί μου αρέσουν αυτές οι αναμνήσεις-, με τον εξής επίλογο.

    Από το 1985, μέχρι το 1996, δεν είχα πάει καθόλου στη Μύκονο. Το 96, ξαναπήγα, για δουλειά στο «Κάβο 9 Μούσες», δεξιά του Αγίου Στεφάνου, (τι μαγαζί ήταν αυτό, Θεέ μου και σε τι τοποθεσία!!! Το ήξερες, μήπως, e- φίλε, άλιεν;). Κατέβηκα, σχεδόν τρέμοντας από την συγκίνηση, τον καταπέλτη και πήρα με τη μηχανή τον δρόμο προς τον Άγιο Στέφανο. Άφησα τα πράγματά μου εκεί, (θα έμενα εκεί μέσα, σε ένα στούντιο), και ξεκίνησα για την Παράγκα, όπου στον δρόμο προς την παραλία, ήταν το σπίτι που μέναμε, δυο χρόνια και η παραλία «μας», όλα τα χρόνια μας στη Μύκονο. Ήμουν τόσο ενθουσιασμένος που οδηγούσα όρθιος (; ένα δίχρονο κρος DT, καλό γκάζι για τέτοιο δρόμο) και τραγουδούσα, έως και …ούρλιαζα, από χαρά! Ξαφνικά, όταν κοντοέφθασα στην Παράγκα και την πρωτο αντίκρυσα από ψηλά, ΕΠΑΘΑ, λόγω της δόμησης! Έκοψα ταχύτητα, κάθισα στη σέλα, ξεροκατάπια και άρχισα να κατεβαίνω την κατηφόρα σιγά σιγά, Μόλις έφθασα στο τέλος του δρόμου μου, και είδα και φάτσα κάρτα μπροστά μου τη καταστροφή, πήγα πιο πέρα από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα και με πήρανε τα δάκρυα…

    • Ο/Η Ein Steppenwolf λέει:

      Το καλύτερο κείμενο του Μώλυος που έχω διαβάσει.

      • Ο/Η alienellin λέει:

        Έχει ξαναγράψει και πιο παλιά στο site του αναμνήσεις από τη Μύκονο εξίσου ενδιαφέρουσες.

      • Ο/Η Tomoly λέει:

        Θενκς ε λοτ, Στέπεν!

        ΥΓ. Αυτή η γενική «μώλυος» αρχίζει να μου αρέσει, πολύ! Είμαστε σίγουροι ότι ισχύει, ώστε να την κατοχυρώσουμε; Έψαξα, αλλά δεν βρήκα άκρη.

        Ή να ρωτήσουμε τους …γλωσσο_lovers στου Σαραντάκου, ή τον Λασκαράτο στου Ροΐδη;
        Πάντως, απ’ ό,τι είδα, μια χαρά τα πας κι εσύ με τη γλώσσα, Ein Steppenwolf, οπότε, πριν απεθ=υθυνθώ στους άλλους, θα ήθελα τη γνώμη σου

      • Ο/Η Ein Steppenwolf λέει:

        Αν ψάξεις στη Google με κλειδί «μώλυος» θα βρεις κείμενα όπου χρησιμοποιείται:

        διὸ καὶ ὁ Ὀδυσσεὺς μώλυος ἐδεήθη Ἑρμαϊκοῦ

        οὗ μώλυος ἡ μὲν ῥίζα, μέλαινα διὰ τὸ οἷον σκοτεινὸν καὶ δυσόρατον τοῦ τέλους τῶν ἐναρχομένων τῆς παιδείας

        ἔκθεσις τῶν ἱστορουμένων περὶ τῶν τοῦ μώλυος ποιοτήτων

        Περὶ μώλυος. Μῶλυ, τινὲς τοῦτον πήγανον ἄγριον ὀνομάζουσιν

        παρ’ Ὁμήρῳ μώλυος τῆς βοτάνης, ἣν ἐκ τοῦ αἵματος τοῦ ἀναιρεθέντος ἐν τῇ Κίρκης νήσῳ Γίγαντος λέγουσι φῦναι

        Βέβαια καθώς η λέξη είναι πολύ σπάνια, τα παραδείγματα είναι ευάριθμα.

        Για να δούμε τί θα πουν στου Σαραντάκου.

    • Ο/Η alienellin λέει:

      Τι ωραίο κείμενο! Ευχαριστώ γα τις αναμνήσεις, Μώλυ. Εγώ πρωτοπήγα στη Μύκονο το 2000, σε αρκετά μεγάλη ηλικία και λόγω σπιτιού φιλοξενίας. Η ‘κοσμική’ φήμη του νησιού δεν μου ταίριαζε και δεν με τραβούσε πιο πριν.
      Είναι δύσκολο να φανταστώ τη Μύκονο όπως την περιγραφεις, αν και υπάρχουν και χειρότερα σοκ, καθώς γνωρίζω άνθρωπο που είχε να τη δεί από από το 1955 και την ξαναείδε το 2006! Εμένα η δόμηση δεν με ενοχλεί, γιατί η αρχιτεκτονική έγινε με σεβασμό προς στην αισθητική του τοπίου, ως επί το πλείστον Το καταλαβάινω όμως ότι η αλλαγή μπορεί να προκαλέσει σοκ.
      Τωρα από μαγαζιά νύχτας δεν ξέρω τίποτα, τα έχω αφήσει οριστικά στο παρελθόν, εδώ με το ζόρι πήγαινα 20 χρονων. Επιπλέον ,όπως θα πω και στο PART 2 μολις βρω κι εγώ χρόνο, το σπίτι που με φιλοξενεί είναι εργαζόμενων οπότε ούτε κι αυτοί τρελαίνονται για εξόδους. Θα πρέπει να γράφω το μοναδικό ποστ στον κόσμο για τη Μύκονο που δεν αναφέρεται στη νυχτερινή ζωή!
      ΟΥΦΟ κανονικό δηλαδή.
      Γεια μας και νάμαστε καλά να θυμόμαστε!

      • Ο/Η Tomoly λέει:

        Γεια μας!

        πού είναι το σπίτι που φιλοξενείσαι;

        Πάντως, έχω έναν παλιό και καλό φίλο στη Μύκονο που συμφωνεί μαζί σου, όταν συζητάμε για την υπερβολική δόμηση.

        -Τα βράχια, φίλε μου, αντέχουν, ακόμα!!! Δε μασάνε από τουβλάκια, πλακίτσες, πισινούλες και τσιμεντάκια!!!

        Μένει, εδώ και 30+ χρόνια, πάνω στον δρόμο που καταλήγει στο Σούπερ Παραντάις,λίγο πριν την τελευταία στροφή, ανάμεσα σε βιλάρες, χωρίς …νερό και ηλεκτρικό!!! Είναι αστρολόγος και λέει ότι η Ενέργεια της Μυκόνου οφείλεται στο πολύ Κοβάλτιο. Και όταν γυρνάμε από τη θάλασσα και βγάζουμε νερό με τον κουβά από το πηγάδι και κρύο κρύο όπως είναι το σηκώνουμε και το αδειάζουμε φλαπ- πλάαααατς! πάνω από το κεφάλι μας, φωνάζει : «ΚΟΒΑΑΑΛΤΙΟΟΟΟ,, λέμε, αδερφέ, ΚΟΒΑΑΑΛΤΙΟΟΟΟ! Αναζωογόνηση!!!» -και γελάει τρανταχτά, … καλη του ώρα! :

        Α! Όλο το βουνό στο δεξί σου χέρι όπως καθόμαστε στην παραλία του Πάνορμου, καθώς και τα μισά χωράφια από το πλάτωμα μεταξύ της Ταβέρνας του Αντώνη και του βουνού που λέω, δικά του είναι! Δηλαδή, πλέον, των τεσσάρων παιδιών του και των εγγονιών του. Του έλεγα, από το 96, να του δώσω τα λεφτά να βάλει ηλεκτρικό, (λόγω μουσικής, χρειαζόμαστε ηλεκτρικό εμείς), και μου έλεγε ότι, επειδή είχε πτωχεύσει, δεν βάζει ΔΕΗ γιατί αν έχεις ΔΕΗ είσαι αναγκασμένος να κάνεις φορολογική δήλωση. Αν δεν έχεις, δεν κάνεις. Οι τίτλοι ιδιοκτησίας δεν χάνονται, μου έλεγε, αφού υπάρχουν συμβόλαια, οπότε, όποτε θες τα διεκδικείς. Και η γη δεν χρειάζεται να κάνεις κάτι, όπως το κεφάλαιο, για να μην χάνεται η αξία της. και μόνο με το χρόνο που περνάει ανεβαίνει η τιμή της. Τώρα, με τα χαράτσια της ΔΕΗ τον θυμήθηκα. άνθρωπος της Αγοράς. Γεννήθηκε στου Ψυρή και ο πατέρας του πούλαγε τόπια ύφασμα στην Αθηνάς, αναντάμ παπαντάμ Αθηναίος. Σπόυδασε υφαντουργία στο Μάντσεστερ, το 65. Μετά, γύρισε εδώ και ήταν ο πρώτος που κανε ρούχα έτοιμα (πρετ-α-πορτέ) ανδρικά. Μέχρι τότε, μόνο σε ράφτες ντύνονταν οι άνδρες.Τέλος πάντων, έντυνε όλη την Αθήνα μια εποχή. Ήταν όμως σε κόντρα με τους Εβραίους που έχουν το μονοπώλιο νημάτων- υφασμάτων σρην Ελλάδα και του τα πήραν όλα. Πήγε και φυλακή, για να μην χάσει την περιουσία του στη Μύκονο.

        Από τότε ζει στη Μύκονο, και τσαντίζεται, σφόδρα, άμα πας και ψωνίσεις ρύζι ή φακές από το σουπερμάρκετ και όχι από το πρατήριο του αγροτικού συλλόγου! Χα, χα, χα!

        Που ξέρεις; Μπορεί καμιά φορά να βρεθούμε στη Μύκονο. Χειμώνα, όμως, όχι καλοκαίρι,. και να τα πούμε και πιούμε γύρω από καμιά φωτιά και να γελάσουμε…

        ΥΓ.Πάντως, γράφω ακατάπαυστα, όποτε αρχίσω να πω κάτι για τη Μύκονο. θα πρέπει να στρωθώ να γράψω το «Μύκονος η υπνοφόρος- Η αυτοβιογραφία ενός dj», αντί να κάνω ποστ στο Μώλυ και να τσακώνομαι με τον κόσμο. Η Πολιτική χωρίζει, e- φίλε. Η Μουσική ενώνει…

        ΓΕΙΑ + ΧΑΡΑ σου!!! .

      • Ο/Η alienellin λέει:

        Νομίζω όμως ότι κάποια στιγμή η εφορία θα τον τσακώσει (Google Earth, όπως βρίσκουν τις πισινες) και λογικά θα ζητήσει φόρους (από τα παιδιά του) αναδρομικά. Επιπλέον ο καινούργιος νόμος λέει ότι δεν μπορει να γίνει σε συμβολαιογράφο οπιαδήποτε μεταβίβαση χωρις σχέδιο από μηχανικό, οπότε εμπλέκεται και η πολεοδομία και πάει λέγοντας, μοιραία θα πρέπει να δηλωθούν.
        Για την ενέργεια της Μυκόνου άλλο πράγμα έχω ακούσει ότι ευθύνετα, αλλά δεν θυμάμαι τι, κάτι που είναι πάνω στα βράχια και ξεκολλαει με τον αέρα. Τέλος πάντων, νομίζω ότι η ενέργεια είναι in the eye of the beholder, γιατί εγώ ας πούμε, μόνο στον Άγιο Σώστη νοιώθω κάποια ενέργεια σπέσιαλ και το υπόλοιπο νησί είναι απλώς ένα όμορφο κυκλαδίτικο νησί. Αυτά είναι υποκειμενικά, για μένα άλλο νησί έχει την ενέργεια, θα γραψω γι’ αυτό στο PART 2.
        Το πιο χειμώνα που έχω πάει στη Μύκονο είναι Απρίλιο! Αλλά απ’ ότι καταλαβαίνω ο χειμώνας βγαίνει ωραία, έχει δραστηριότητες να κάνεις, δεν είναι τόσο ερημικά όσο σε άλλα νησιά.
        Αυτό με το βιβλιο για τη Μύκονο είναι πολύ καλή ιδέα. Θα μπορούσες να το ποστάρεις στο site σου κεφάλαιο – κεφάλαιο. Μην το σκέφτεσαι καθόλου, γράψτο. Γράφτο σιγά-σιγά, άμα θες, ένα κεφάλαιο τη φορά όποτε σου κάνει κέφι.
        Και βάλε μέσα πολύ μουσική, γιατί όντως ενώνει και ηρεμεί τα πνεύματα!

      • Ο/Η Ein Steppenwolf λέει:

        Αυτό με το βιβλιο για τη Μύκονο είναι πολύ καλή ιδέα.

        Συμφωνώ κι επαυξάνω.

  3. Ο/Η Tomoly λέει:

    ΟΚ!

    Θα το κάνω…

  4. Ο/Η archi λέει:

    Το βουνο που λες τουλαχιστο το 2012 που γραφεις ηταν στο βρεχομενο κατα 70 στρεμματα σε κυρια της Αμερικης και κατα 50 στρεμματα προς «Διαλισκάρι ή Γυαλισκάρι»σε αλλους.Το προς φραγμα σε μεγαλο τμημα σε οικογενεια χωριανων και στην περιοχη «Μαυρη Σπηλια» συχναζε ο αστρολογος που λες…Ισως και να του ανήκε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s