ΕΘΝΙΚΟΣ ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ

Όσο ζούσα στο εξωτερικό, υπήρξαν κάποιες (λίγες) φορές που ταπεινώθηκα από τους γηγενείς επειδή ήμουνα «ξένος», «Νότιος» ή απλώς « Έλληνας».

Τις θυμάμαι μία –μία. Η ντροπή,  η αίσθηση εξευτελισμού αλλά και η ανημποριά που νοιώθεις εκείνη τη στιγμή είναι τεράστια. Όμως κανένα από αυτά τα συναισθήματα δε συγκρίθηκε ποτέ με αυτά που νοιώθω κάθε φορά που με ξεφτιλίζει ένας Έλληνας Δημόσιος Υπάλληλος.

Πήγα στην Τράπεζα τις προάλλες. Στην Εθνική. Πήγα να τακτοποιήσω κάτι παλιούς (τραπεζικούς) λογαριασμούς  κι έφυγα κουρέλι. Το λυπηρό είναι ότι δε συνέβη και κάτι ακραίο. Θα έλεγα μάλιστα, ότι για τα ελληνικά δεδομένα, μια χαρά μου φέρθηκαν οι άνθρωποι. Επιπλέον, αυτή τη φορά, οι δύο βασικοί υπάλληλοι (γιατί Δημόσιο είναι αυτό, υπάρχουν και πολλοί κομπάρσοι) με τους οποίους συναλλάχτηκα μου ήταν και σχετικά συμπαθείς. Καλά παιδιά φαινόντουσαν δηλαδή.

ΚΟΣΜΟΘΕΩΡΙΑ – A BELIEF

Πάντα πίστευα ότι μεγάλο μέρος της ανάρμοστης κοινωνικής κι επαγγελματικής συμπεριφοράς των Ελλήνων δε χαρακτηρίζει αναγκαστικά το γενικότερο ποιόν τους ως προς πιο  θεμελιώδη ανθρώπινα ζητήματα. Ούτε έχει να κάνει με το αν σε συμπαθούν ή αντιπαθούν. Όπως και ότι η δυτική ευγένεια και επαγγελματική συμπεριφορά δεν προδίδει κατ’ ανάγκη «καλούς χαρακτήρες» (ως προς τις τέσσερις –πέντε θεμελιώδεις πανανθρώπινες αξίες), ούτε προσωπική συμπάθεια.

Οι Έλληνες για κάποιους λόγους έτσι έχουν μάθει, όπως και οι Δυτικοί για κάποιους άλλους, έχουν μάθει αλλιώς. (Δεδομένου βέβαια ότι στη δημόσια ή και οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία δεν πηγαίνω για να νυμφευτώ τον υπάλληλο, αλλά για να του ζητήσω να κάνει τη δουλειά του, θα προτιμήσω το αλλιώς, μερσί μποκού.)

Ανάλογα λοιπόν με το γενικότερο ποιόν κάποιου, οι αντικοινωνικές και αντιεπαγγελματικές συμπεριφορές χτυπάνε κάποιο πλαφόν πέραν του οποίο δεν ξεφεύγει ο εκάστοτε άνθρωπος. Και ανάλογα και με το ποιόν το δικό σου, η ανοχή σου σε αντικοινωνικές και αντιεπαγγελματικές συμπεριφορές έχει κι αυτή κάποια όρια.

Η ως άνω κοσμοθεωρία μου δέχτηκε ένα δυνατό τράνταγμα μετά την επίσκεψή μου στην τράπεζα. Αλλά γιατί; Οι δύο βασικοί υπάλληλοι δε ξεφύγανε πολύ. Ή μήπως όχι; Τα πλαφόν και τα όρια είναι βλέπετε κινητές εορτές….

…………………………………………………………………………………………………………..

Η τράπεζα ψιλο – άδεια, δυο τρεις πελάτες. Δύο τα γκισέ. Θα μου λάχει  ο νεαρός, γιατί η κυρία έχει ώρα ακόμη. Σχετικά συμπαθητικός, ξύπνιος με μια δόση νεανικής αλαζονείας. Αυτά τα ξέρω προτού καν με καλέσει στο γκισέ, γιατί στα δευτερόλεπτα  που μεσολαβούν από την απομάκρυνση του προηγούμενου πελάτη, την τακτοποίηση των χαρτιών της συναλλαγής του και το πάτημα του buzzer για τον επόμενο πελάτη, ο νεαρός μπλέκεται σε φωναχτή στιχομυθία με μια υπάλληλο που βρίσκεται πίσω από γυάλινο παραβάν στην άλλη άκρη της αίθουσας, σχετικά με κάποιο πρόσφατο μικροτρακάρισμά  του.

Δε το λες και έγκλημα αλλά όχι κι επαγγελματικό.

«Γεια σας. Έχω δυο λογαριασμούς στην τράπεζά σας κι επειδή είμαι πολύ καιρό άνεργος και δεν τους χρησιμοποιώ, θέλω να δω που βρίσκονται.»

Υπάλληλος παίρνει το βιβλιάριο του λογαριασμού Ταμιευτηρίου.

«Είναι μπλοκαρισμένος λόγω του ότι έχει να χρησιμοποιηθεί πολύ καιρό, αλλά έχει 71 ευρώ.»

(Γιούπι!) «Καλά, να κλείσουμε τότε τον τρεχούμενο που (ο αναλυτικός λογαριασμός που έρχεται στο σπίτι) λέει ότι έχει 12,78 ευρώ.»

«Είναι δικός μας;»

Μικρή παύση… «Ναι, της Εθνικής…» (Που διάολο μπήκα;)

Υπάλληλος χαμηλώνει βλέμμα στον αναλυτικό λογαριασμό. Μικρός ειρωνικός θρίαμβος τρεμοπαίζει κάτω απ’ τα μισόκλειστα βλέφαρά του (σ’χωράτε μου το ψευτολογοτεχνικό).

«Μα δεν είναι, εδώ λέει ότι είναι του Συντάγματος.»

(Του ιδίου;) «Μα και του Ταμιευτηρίου είναι της Νέας Σμύρνης. (Αφού συνειδητοποιώ ότι εννοεί το υποκατάστημα που ανοίχτηκε ο λογαριασμός.) Ούτε αυτός κλείνει εδώ;»

«Όχι. Του  Ταμιευτηρίου κλείνει όπου θέλετε. Οι Τρεχούμενοι μόνο στο κατάστημα όπου ανοίχτηκαν.»

(Elementary. Not.) «Καλά, τότε να  μεταφέρω τα 12 ευρώ στον Ταμιευτηρίου να τον αδειάσω.»

«Ναι; Να μην πάτε από το Σύνταγμα να τον κλείσετε;»

(Έπρεπε να σου ζητήσω και τα 78 λεπτά.) «Όχι, που να πηγαίνω στο Σύνταγμα τώρα. (Φαντάσου να τον είχα ανοίξει και στην Αλεξανδρούπολη.) Και δώστε μου και 50 ευρώ από τον άλλο.»

Το ύφος του λέει: «δεν τη γλιτώνω». Λογικό, αν σκεφτείς ότι και οι δύο λογαριασμοί έχουν μπλοκάρει γιατί είναι πάνω από δύο χρόνια ανενεργοί και θέλει μια διαδικασία να ξεκουνηθούν – που να ‘τρέχει’ τώρα.

«Να σας δώσω (συμφραζόμενο: τουλάχιστον) 12 από τον ένα και 38 από τον άλλο; (Με ελαφριά επιτίμηση, προτού προλάβω ν’ αντιδράσω): Το ίδιο είναι!»

«Ναι δίκιο έχετε. Βέβαια.»

Enter stage right: Κομπάρσα μάλλον πρωτοδιορισμένη επί των φωτοτυπιών κλπ.. Λαμβάνει μπροστά στον πελάτη (εμένα) φουλ μπριφ για το ότι Διευθυντής είπε εκείνο, το τάδε και το δείνα. Ο τρόπος που ο νεαρός τονίζει την επαναλαμβανόμενη λέξη ‘Διευθυντής’  μου δίνει την εντύπωση ότι διαφωνεί κάθετα με τις οδηγίες, αλλά είναι αναγκασμένος να τις ακολουθήσει και να τις μεταβιβάσει στην υφιστάμενη.

«Να βγάλω και μια cash card για να μπορώ να τον χρησιμοποιώ αν τύχει μια ανάγκη;» (Που ξέρεις; Μπορεί να πιάσω δουλειά. Μπορεί βέβαια και να μου πέσει στο κεφάλι ένα τσουβάλι λεφτά, αλλά μια και δεν έχει κόσμο ας το κάνω κι αυτό. Ευκαιρία είναι…)

Υπάλληλος ξεκινάει το ξεμπλοκάρισμα στην οθόνη αριστερά του και με την άκρη του στόματος του μου πετάει ενοχλημένος χαμηλόφωνα κι αποπεμπτικά: «Καλά αυτό δε μπορεί να γίνει σήμερα».

Αν ήμουν σε οποιαδήποτε άλλη χώρα I’d take his word for it.

(;;;;) «Γιατί;»

Μικρή, ανεπαίσθητη παύση.

Μου απαντά πιο ανυπόμονα, στο ίδιο όμως στιλ, σα να εκτιμά δηλαδή το ότι τον έβαλα να αρθρώσει τις επόμενες λέξεις είναι μια αναγκαστική αλλά όχι και πολύ επείγουσα αγγαρεία, περίπου σαν να  διώχνεις μια μικρή μύγα από τη γενικότερη περιφέρεια της όρασής σου.

Μόνο το «τς!» του εκνευρισμού δεν ακούστηκε.

«Διότι χρειάζεται έγγραφα.»

«Τι έγγραφα;» (Τι σκατά έγγραφα χρειάζεται για να αιτηθώ cash card για το λογαριασμό που ξεμπλοκάρεις δεχόμενος ότι είναι δικός μου με βάση την ταυτότητα που μόλις επέδειξα;)

Ο εκνευρισμός δυναμώνει λίγο. Σταματάει αυτό που κάνει. Σκυλοβαριέται να μου πει, αλλά η μύγα τού κάθισε στη μύτη τώρα.

«Να, ταυτότητα.»

«Έχω ταυτότητα!» (Halloooo!)

Τώρα έχω τη φουλ προσοχή του. Τεντώνεται και με κοιτάει έντονα. Είναι φανερά ενοχλημένος που τον ρούμπωσα: έχω ταυτότητα. Όπως είναι επίσης φανερό το ότι το να μην εξυπηρετηθώ στην τράπεζά του είναι θέμα τιμής. Το όλο σκηνικό αρχίζει να θυμίζει επικίνδυνα το γνωστό ισπανικό φιλμάκι. Και το πιο περίεργο είναι ότι ξέρω ότι δε θα με εξυπηρετήσει καν ο ίδιος. Για κάποιο λόγο που χάνεται στα βάθη των αιώνων  για να κάνεις αίτηση για ρημαδοκάρτα πρέπει πάντα να χωθείς στα ενδότερα της τράπεζας και να απασχολήσεις κάποιον ειδικά εντεταλμένο γι αυτό το σκοπό υπάλληλο.

«Ναι,» μου λέει με μάτι που γυαλίζει και ύφος αλλά- αποκλείεται –να- έχεις- αυτό:«αλλά χρειάζεται και επίσημο κρατικό έγγραφο αποδεικτικό του εισ..»

Δεν προλαβαίνει να αποτελειώσει τη φράση του. Σαν στο γνωστό φιλμάκι κι εγώ τον διακόπτω με θριαμβευτικό ύφος:

«ΈΧΩ ΤΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ’12!»

(Eat my dust suckeeeer!)

«’Εχετε εκκαθαριστικό;;;!!!» (σ.σ. Φτου σου! με κατατρόπωσε!)

Αποκαρδιωμένος, νικημένος, ο υπάλληλος παραδέχεται:

«Καλά, τότε μετά από εδώ, θα πάτε στον κύριο Κλαπατσιμπαλίκη απέναντι.»

Ακολουθεί πεντάλεπτο κατά το οποίο ο υπάλληλος διεκπεραιώνει αυτά που του έχω αναθέσει. Στο τέλος του οποίου μια φωνή πάλι από απέναντι, από την άλλη άκρη της αίθουσας πίσω απο το γυάλινο παραβάν, τον ρωτάει «Τάδε, τι κάνεις εκεί; (σ.σ. τόση ώρα)»

«Ε, κάτι δεκάευρα κάνουμε ανάληψη εδώ, κάτι τέτοια….»

Με χτύπησε σαν ξαφνική γροθιά στο στομάχι. Η φράση από μόνη της, αλλά  και αυτά που δεν ειπώθηκαν αλλά παρέμειναν όχι και τόσο κρυφά πίσω απ’ το χαλαρά υποτιμητικό ύφος και τις ελαφρά εκνευρισμένες λέξεις: «Κοίτα να δεις που έμπλεξα παρασκευιάτικα, να κάνω τόση μανούρα για ψωρό – ψίχουλα ψιλικατζήδων.»

Συνήθως θυμώνω. Όμως όταν σε εξευτελίζουν έτσι, η κατακλυσμιαία αίσθηση ντροπής που σε περιλούζει συχνά σε κυριεύει με τέτοιο τρόπο, που δεν αφήνει περιθώρια για οποιοδήποτε άλλο συναίσθημα. Ούτε μετά θύμωσα. Ούτε τώρα που το γράφω. Λίγο αργότερα μ’ έπιασε μόνο μια βαθιά θλίψη που παρέμεινε μαζί μου για όλη την υπόλοιπη μέρα και που επιστρέφει τώρα στην ανάμνηση του περιστατικού.

Αλλά έτσι είναι η ζωή, θλιβερή. Άλλος έχει τα βύσματα και πιάνει τα πόστα συμπεριφερόμενος θρασέως και αντιεπαγγελματικώς. Κι άλλοι μένουν με τα δεκάευρα στους λογαριασμούς και τους καλούς τρόπους αμανάτι.

Ακολούθησε σιωπή, κατά την οποία ο  νεαρός Τάδε μάλλον ξανασκέφτηκε τι είπε, γιατί  μετά από λίγο, σκυμμένος πάνω στα χαρτιά του και με μια εσάνς ντροπής, μουρμούρισε:  «Βέβαια στους καιρούς που ζούμε, και τα δεκάευρα έχουν σημασία»  (το ποιόν που λέγαμε πριν).

Too little too late. Όχι για να συγχωρήσω το νεαρό Τάδε, αλλά για να μου φύγει η θλίψη.

Στο γραφείο του  Κλαπατσιμπαλίκη, δεν υπάρχει Κλαπατσιμπαλίκης. Μια κομπάρσα περαστική με στέλνει σε άλλο γραφείο, η κάτοικος (διότι περί μονίμου κατοικίας πρόκειται) του οποίου με στέλνει ενοχλημένη πίσω στο γραφείο του  Κλαπατσιμπαλίκη, στο οποίο εξακολουθεί να μην υπάρχει Κλαπατσιμπαλίκης.

Ευτυχώς όμως, ο Κλαπατσιμπαλίκης, το alias του οποίου αδικεί την ήσυχη (τόσο ήσυχη που δεν ακούγεται καλά ακόμα και τις λίγες φορές που θα αποφασίσει με μεγάλη προσπάθεια να μου μιλήσει) προσωπικότητα του, δεν αργεί να φανεί. Ευγενέστατος και συμπαθέστατος βέβαια αλλά αφού κοιτάει τα χαρτιά μου και ξοδεύει κάποια ώρα στο πληκτρολόγιο  μου λέει: «θέλετε και κάρτα atm;»

(;;!!) «Μα γι αυτό ήρθα, τα προηγούμενα που κάνατε τι ήταν;»

Σιωπή.

Επιμένω, δειλά αλλά σθεναρά.

«Διόρθωση στοιχείων,» καταδέχεται να μου πει.

«Μα, εκτός απ’ την ανεργία,  δεν άλλαξαν» ψελίζω.

Σιωπή.

Δεν επιμένω. Αυτός συνεχίζει το πληκτρολόγημα.

Δυο γραφεία πίσω του μια τροφαντή σαραντάρα φωνάζει με κατεύθυνση προς τα γκισέ: «ΠΕΡΑΣΤΕ ΕΞΩ ΣΑΣ ΠΑΡΑΚΑΛΩ!». Δυνατή, σκληρή φωνή. Κοιτάω προς τα γκισέ  και βλέπω μια γιαγιά με λουκ μεσαίας τάξης, ούτε τσιγγάνα, ούτε από εκείνες τις παλιές γιαγιάδες – ζητιάνες από επάγγελμα ή / και διαστροφή. Είναι τόσο καθημερινή που θα μπορούσε να είναι η μάνα μου. Ή η μάνα της τραπεζικού. Έχει περάσει από τις δύο πόρτες ασφαλείας κι έχει μπει μέσα, προφανώς για να ζητήσει χρηματική βοήθεια. «Καλά, καλά  παιδί μου με συγχωρείς,» λέει αμέσως και με φανερή ντροπή σκύβει το κεφάλι και φεύγει χωρίς δεύτερη κουβέντα. Η θλίψη μου κόβει γι άλλη μια φορά την αναπνοή. Γυρίζω προς την υπάλληλο. Σε πιο εύρωστες μέρες θα της έκανα παρατήρηση. (Ναι τέτοιος είμαι, δε κοιτάω τη δουλειά μου.) Σε πιο εύρωστες μέρες όμως δεν θα είχε μπει ούτε η γιαγιά στην τράπεζα. Οπότε κοιτάω τη δουλειά μου. Να τελειώνω να φεύγω.  Να μη μπλέκω. Εξάλλου έχω καταλήξει πια ότι για μας τα άλιεν ο πόλεμος έχει ήδη χαθεί.

30 σελίδες κείμενο (ούτε η αγορά του αιώνα δε θα είχε τέτοια συμβόλαια) και ισάριθμες υπογραφές σε χαρταφιάγκες που για να τις διαβάσω θα ήθελα 2 ώρες (όχι ότι μου έδωσε και κανένας την επιλογή βέβαια) μετά, είμαι ελεύθερος.

Στη ρεσεψιόν όπου ξαποσταίνω για να τακτοποιήσω τα χαρτιά μου, δυο κομπάρσες μιλάνε έχοντας γυρισμένη την πλάτη. Οι ρεσεψιονίστ, η υποδοχή, η φάτσα της επιχείρησης στον πελάτη, έγινε η πλάτη της.

Το ευχαριστώ και το παρακαλώ το μαθαίνει  κανείς μεγαλώνοντας, όπως κι εγώ. Ένα φεγγάρι όμως, δούλευα σε μαγαζί. Αντιμετώπιζα πελάτες συνεχώς. Εκείνη την εποχή και για μεγάλο διάστημα μετά, κυκλοφορούσα παντού λέγοντας ευχαριστώ και στα δέντρα, από κεκτημένη ταχύτητα. Πολλές φορές όταν κάποιος έφευγε απ’ το χώρο που ήμουνα με μια παρέα και χαιρετούσε,  αντί για «γεια» ή κάτι παρεμφερές, του έλεγα: «εμείς ευχαριστούμε».

Πίσω στη ρεσεψιόν της Εθνικής, τελειώνω την τακτοποίηση των χαρτιών μου και φεύγοντας μου ξεφεύγει: «γεια σας, ευχαριστώ». Γιατί άραγε αφού ούτε συναλλάχτηκα μαζί τους, ούτε σημασία μου έδωσαν όση ώρα ήμουν μπροστά τους (ή πιο σωστά: πίσω τους) και το μόνο σίγουρο ήταν ότι θα με υποβίβαζαν με την πλήρη αγνόησή μου. Ή ακόμα χειρότερα, όπως και έγινε, με το να μου πετάξουν ένα ξαφνιασμένο βλέμμα  τύπου «για ποιο λόγο μας χαιρετάει το ΟΥΦΟ;» Αυτό. Ούτε «εμείς ευχαριστούμε» ούτε κιχ.

…………………………………………………………………………………………………………..

ΚΟΣΜΟΘΕΩΡΙΑ ΥΠΟ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ – A CHALLENGED BELIEF

ΟΚ. Αν εξετάσουμε τις στιχομυθίες και τα γεγονότα χωρίς τους επιθετικούς προσδιορισμούς και την περιγραφή συναισθημάτων, θα παραδεχτούμε ότι δεν έγινε και τίποτα σοβαρό. Και το συμπέρασμα  που εύκολα προκύπτει είναι βέβαια ότι η δική μου ανοχή μειώθηκε, γεγονός που δεν επηρεάζει την κοσμοθεωρία μου.

Είναι όμως έτσι;

Θα σας αφήσω με μερικά φιλοσοφικά ερώτηματα:  Από ποιο σημείο και πέρα η αντικοινωνική κι αντιεπαγγελματική συμπεριφορά ξεπερνά τα όρια του ανθρωπιστικά ορθού και αρχίζει να αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι ενός ευρύτερα, αποδεκτού ως παλιοχαρακτήρα; Από ποιο σημείο και πέρα η απουσία καλών τρόπων αρχίζει να καταδεικνύει ένα έλλειμμα γενικότερης, βασικής, θεμελιώδους καλοσύνης απέναντι στο συνάνθρωπο; Και πόσο επιφανειακή είναι στ’ αλήθεια η ευγένεια πίσω από την οποία δεν κρύβεται κανένα συναίσθημα, ή ακόμη κι αυτή που καλύπτει  μια ελαφριά αντιπάθεια, η δυτική ευγένεια που πολλοί έλληνες ονομάζουν υποκριτική; Πόσο υποκριτικός είναι στ’ αλήθεια ο παραμερισμός της προσωπικής χημείας, αλλά και διάθεσης, για χάρη επίδειξης του στοιχειώδους σεβασμού προς το συνάνθρωπο;

Ο ρατσισμός απέναντι σε έναν άνθρωπο άλλης εθνικότητας μπορεί να εξηγηθεί από το φόβο προς το ξένο. Ο μισανθρωπισμός που επιδεικνύει ο δημόσιος υπάλληλος προς τους ομοεθνείς του, πως εξηγείται άραγε;

Advertisements
This entry was posted in ΩΡΑΙΟΣ ΩΣ ALIEN and tagged , , , . Bookmark the permalink.

18 Responses to ΕΘΝΙΚΟΣ ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ

  1. Ο/Η Ein Steppenwolf λέει:

    Μπορώ να φανταστώ ότι τον υπάλληλο τον είχε βαρέσει στο κεφάλι η καθημερινή οκτάωρη χαρτοσφραγιδοπάλη.

    Από δικό μου περιστατικό με υπάλληλο τραπέζης σε γραφείο (όχι γκισέ):
    – Η κάρτα μου θα λήξει τον τάδε μήνα, που θα είμαι στη Γερμανία. Μπορείτε να την ανανεώσετε τώρα ή να στείλετε την καινούργια στη Γερμανία;
    – Όχι. (Διάφορες εξηγήσεις). Πότε θα ξανάρθετε στην Ελλάδα;
    – Σε Ν τέρμινα.
    – Άα, τόοοσο συχνά!

    Η δυτική ευγένεια υπάρχει για λόγους κοινωνικότητας. Δεν είναι υποκριτική, αλλά τρόπος να συνυπάρχεις ειρηνικά και να συνεργάζεσαι απρόσκοπτα με τους άλλους.

    Ένα περιστατικό απ’ την αυτοβιογραφία του Νίκου Δήμου:

    »Γενικά συνήθισα αυτό το πλέγμα ευγένειας και απόστασης. Όταν γύρισα στην Ελλάδα, πήγαινα στο περίπτερο για τσιγάρα (τότε κάπνιζα) και έλεγα «Καλημέρα σας. Θα είχατε, παρακαλώ, την καλοσύνη να μου δώσετε έναν Άσσο φίλτρο;». Ο περιπτεράς μια μέρα ρώτησε έναν κοινό γνωστό: «Πούστης είναι ο Δήμου;» οπότε και εγώ άλλαξα. «Δώσε έναν Άσσο». Αντρίκεια πράγματα».

    • Ο/Η alienellin λέει:

      Αν θέλει ο υπάλληλος μπορεί να μου δώσει τη θέση του στην «καθημερινή οκτάωρη χαρτοσφραγιδοπάλη». Στο κάτω – κάτω, όλες οι δουλειές περιέχουν μεγάλο ποσσοστό αγγαρείας, στο δημόσιο μόνο έχεις την ευχέρεια τον εκνευρισμό σου με τη δουλειά να τον περνάς στον πελάτη. Μαζί με ένα σωρό άλλες πολυτέλειες βέβαια.

      • Ο/Η Ein Steppenwolf λέει:

        Πολλοί Έλληνες δεν ξέρουμε να εξυπηρετήσουμε τον άλλο: «Δεν κατάλαβα, υπηρέτης του είμαι;» κτλ. Έχω ακούσει Ελληνίδα να εξηγεί την ευγενική συμπεριφορά των Τούρκων καταστηματαρχών στο Kuşadası ως «δουλοπρέπεια». Είχα διαβάσει στην εφημερίδα το εξής περιστατικό: το γκαρσόνι έρχεται στο τραπέζι του γερμανόφωνου ζευγαριού και τους λέει: «Πέσ’ το Καραγκιόζη». Εκείνοι απαντούν στα Ελληνικά «Ευγενικός κύριος!» Πόσα τέτοια περιστατικά δεν φτάνουν στις εφημερίδες διότι οι τουρίστες δεν ξέρουν τη γλώσσα μας!

        Αλήθεια, γιατί δεν του πρότεινες με τρόπο να τον απαλλάξεις απ’ τα καθήκοντά του παίρνοντας της θέση του; «Κακοπερνάτε εδώ, ε; Έχω κάτι γνωστούς στη Μύκονο· μπορούν να σας φιλοξενήσουν όποτε θέλετε. Για τη δουλειά σας μην ανησυχείτε, την παίρνω εγώ!» Είμαι περίεργος πώς θ’ αντιδρούσε;

      • Ο/Η alienellin λέει:

        Μα δεν ήθελα να τσακωθώ. Να κάνω τη δουλειά μου και να φύγω όσο το δυνατόν νωρίτερα ήθελα. Είπαμε, ο πόλεμος χάθηκε.
        Πάντως αυτό το ‘οι ξένοι είναι ευγενικοί αλλά δεν το εννοούν είναι ψεύτικο’ το έχω ακούσει πολλές φορές. Χέστηκα με το συμπάθειο αν είναι ψεύτικο, δεν του ζήτησα να με παντρευτεί, να μου εκδώσει ένα πιστοποιητικό του ζήτησα. Γιατί θα πρέπει να με προσβάλλει με το αγενές φέρσιμό του προκειμένου να είναι αληθινός ως προς τα άσχημα συναισθήματά του;

      • Ο/Η Ein Steppenwolf λέει:

        Δε χρειάζεται να τσακωθείς. Εγώ θα είχα περιέργεια να δω τι κουβαλάει ο τύπος μέσα στο κεφάλι του. Στη φάση με τα δεκάευρα θα μπορούσες να του πεις για να μην κουράζεται να σου δώσει μερικά απ’ τα δικά του – «εκτός κι αν κουβαλάτε μόνο πενηντάευρα και πάνω (με χαμόγελο)».

      • Ο/Η alienellin λέει:

        Η συγκρατημένη ειρωνία δεν είναι το στιλ μου, αν και πολύ θα το ήθελα. Αν άνοιγα κουβέντα μαζί του θα καταλήγαμε μαλί με μαλί και πάλι δε θα κατάφερνα τίποτα.

  2. Ο/Η alienellin λέει:

    Άσχετο: αυτό το ‘για χάρη επίδειξης’ (προτελευταία παράγραφος) που έγραψα είναι σωστό; Κάτι με ξενίζει. Προς χάρην επίδειξης καθαρεύουσα, δημοτική για χάρη επίδειξης ή για χάρη της επίδειξης;

    • Ο/Η Ein Steppenwolf λέει:

      Είναι το πρόβλημα με χρήσιμες καθαρευουσιάνικες εκφράσεις που δεν ξέρεις πώς να τις πεις στη Δημοτική. Πώς σου φαίνεται το σκέτο «χάριν επιδείξεως» ή «χάριν επίδειξης»; Πάντως στη θέση σου θα ξανάγραφα την πρόταση: «Είναι άραγε υποκρισία να παραμερίσεις την ενδεχομένως κακή χημεία με τον πελάτη και την ακόμα χειρότερή σου διάθεση και/για/ώστε να δείξεις λίγο στοιχειώδη σεβασμό στον συνάνθρωπό σου;»

  3. Ο/Η Ein Steppenwolf λέει:

    Διάλογος που θα λάβει χώρα σε λίγους μήνες:

    – Τι θα παραγγείλετε;
    – Θα ήθελα έναν καφέ κι ένα παγωτό.
    – Ποιο παγωτό θα θέλατε;
    – Χμ, αυτό εδώ, το σπέσιαλ, το μεγάλο.
    – Μπορώ να δω το εκκαθαριστικό της εφορίας σας παρακαλώ;
    – Λυπάμαι, το ξέχασα σπίτι.
    – Μας συγχωρείτε, αλλά παγωτά σερβίρουμε μόνο μετά από επίδειξη του εκκαθαριστικού.

  4. Ο/Η Ein Steppenwolf λέει:

    Δυο γραφεία πίσω του μια τροφαντή σαραντάρα φωνάζει με κατεύθυνση προς τα γκισέ: «ΠΕΡΑΣΤΕ ΕΞΩ ΣΑΣ ΠΑΡΑΚΑΛΩ!». Δυνατή, σκληρή φωνή. Κοιτάω προς τα γκισέ και βλέπω μια γιαγιά με λουκ μεσαίας τάξης, ούτε τσιγγάνα, ούτε από εκείνες τις παλιές γιαγιάδες – ζητιάνες από επάγγελμα ή / και διαστροφή. Είναι τόσο καθημερινή που θα μπορούσε να είναι η μάνα μου. Ή η μάνα της τραπεζικού. Έχει περάσει από τις δύο πόρτες ασφαλείας κι έχει μπει μέσα, προφανώς για να ζητήσει χρηματική βοήθεια. «Καλά, καλά παιδί μου με συγχωρείς,» λέει αμέσως και με φανερή ντροπή σκύβει το κεφάλι και φεύγει χωρίς δεύτερη κουβέντα.

    Τώρα που ξαναδιάβασα το κείμενο, θυμήθηκα τη «Γυναίκα της Ζάκυθος» του Σολωμού (κεφάλαιο 3:

    2. Καὶ κάποιες γυναῖκες Μισολογγίτισσες ἐπερπατοῦσαν τριγύρω γυρεύοντας γιὰ τοὺς ἄνδρες τους, γιὰ τὰ παιδιά τους, γιὰ τ᾿ ἀδέλφια τους ποὺ ἐπολεμούσανε.
    3. Στὴν ἀρχὴ ἐντρεπόντανε νἄβγουνε καὶ ἐπροσμένανε τὸ σκοτάδι γιὰ ν᾿ ἁπλώσουν τὸ χέρι, ἐπειδὴ δὲν ἤτανε μαθημένες.
    4. Καὶ εἴχανε δούλους καὶ εἴχανε σὲ πολλὲς πεδιάδες καὶ γίδια καὶ πρόβατα καὶ βόϊδα πολλά.
    5. Καὶ ἀκολούθως ἐβιαζόντανε καὶ ἐσυχνοτηράζανε ἀπὸ τὸ παρεθύρι τὸν ἥλιο πότε νὰ βασιλέψη γιὰ νἄβγουνε.
    6. Ἀλλὰ ὅταν ἐπερισσέψανε οἱ χρεῖες ἐχάσανε τὴν ντροπή, ἐτρέχανε ὀλημερνίς.

    • Ο/Η alienellin λέει:

      Δυστυχώς η ιστορία επαναλαμβάνεται, όπως το συνηθίζει άλλωστε. Είναι πολύ παράξενο το συναίσθημα του να βλέπεις καθημερινούς ανθρώπους να ψάχνουν στα σκουπίδια σε μεσοαστικές (και άνω) γειτονιές.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s