ΘΕΜΑ ΑΡΧΗΣ. ΤΕΛΟΣ.

Όταν ήμανε νεαρό άλιεν ξόδευα πολλές ώρες την ημέρα  μέσα σ’ ένα λεωφορείο. Πολλές ώρες. Την ημέρα. Ήταν η εποχή που ούτε είχα αυτοκίνητο,  ούτε υπήρχε μετρό. Συνεπώς, για τις καθημερινές μου μετακινήσεις αναγκαστικά επαφιόμουν στα παλιά καλά μπλε λεωφορεία – για τα οποία δεν υπήρχε καν λωρίδα αποκλειστικής κυκλοφορίας – άντε και σε κάνα τρόλεϊ.  Καμιά φορά έτσι όπως το σκέφτομαι μου φαίνεται ότι έφαγα τα νιάτα μου εκεί μέσα και κατά μια έννοια , όντως τα έφαγα.

Γιατί 2 και 3 και 4 ώρες νιάτων την ημέρα είναι πάρα πολλές για να σπαταληθούν  μέσα σ’ ένα (συνήθως) ασφυκτικά γεμάτο, χωρίς κλιματισμό και ανάρτηση μεταλλικό κήτος που προσπαθεί αγκομαχώντας να χαράξει το δρόμο του μέσα στην πηχτή Αθηναϊκή κίνηση. Εξαιρούνται οι φορές που μας μάζευαν – λόγω απεργιών – τα ΡΕΟ. Εκεί μάλιστα: υπήρχε δράση (αναρρίχηση, κατάβαση, γρήγορη λήψη αποφάσεων για μια σειρά ποικίλλων πρακτικών προβλημάτων όπως: «πως μπορώ να πατήσω πιο ανάλαφρα πάνω στους συνεπιβάτες;»), μυστήριο (ποιο δρομολόγιο θ’ ακολουθήσουν και σε  ποια στάση θα με κατεβάσουν;) σασπένς (θα καταφέρουν οι φαντάροι ν’ ανεβάσουν τη γιαγιά;) και άντρες με στρατιωτικά.

Και βέβαια, ειδική μνεία χρήζουν οι φορές που ο οδηγός έτρεχε σαν τρελός/να είχε πιεί τα άντερά του/και τα δύο μαζί. Τρελά γλέντια και μυϊκή τόνωση προσπαθώντας όχι απλά να κρατήσεις την ισορροπία και να μη σακατέψεις τους διπλανούς ταλαντευόμενος απ’ το λουρί,  αλλά στην κυριολεξία να μη βγεις απ’ το παράθυρο. Μαζί με το τζάμι.

Εκείνα τα χρόνια της λεωφορειοκίνησης λοιπόν, οι νέοι επιβάτες δεν σηκώνονταν να δώσουν τη θέση τους σε κανέναν (ναι, και τότε οι νέοι ήταν γαϊδούρια. Δεν γαϊδουρέψανε ξαφνικά). Γεροντάκια και γιαγιούλες, γυναίκες σε προχωρημένη εγκυμοσύνη και μικρά παιδιά δεν είχαν καμία ελπίδα μπροστά στο τζόβενο που ήταν θρονιασμένο στην (πλαστική τότε) καρέκλα, γαντζωμένο πάνω της με δύναμη και  αρνούμενο πεισματικά να την παραχωρήσει (κάτι μου θυμίζει αυτό αλλά δεν είναι της παρούσης).  Το βλέμμα εσκεμμένα θολό και δήθεν απλανές να κοιτάει το υπερπέραν, τ’ αυτιά πολλές φορές βολικά βουλωμένα με τα ακουστικά του πάλαι ποτέ Walkman, ο νέος της εποχής ήταν ήδη Ελληνάρας.

Εγώ σηκωνόμουνα. Δεν το λέω για να περιαυτολογήσω, αλλά σηκωνόμουνα. Μπορεί κι εγώ από μέσα μου να έβριζα τον «γέρο που μπαίνει στο λεωφορείο σε ώρες αιχμής μαζί με τους έχοντες εργασία», αλλά σηκωνόμουνα. Απλά.

Εκτός από μία φορά.

Κάποια στιγμή, ενώ καθόμουνα αμέριμνα σε μια διαδρομή Κέντρο – Αμπελόκηποι, μπήκαν 2-3 ηλικιωμένοι. Μου’ ρθε φλασιά: υπήρχαν και νεότεροι στο όχημα ∙ εγώ είχα πατήσει τα 23 και ήμουνα senior πια (αχαχαχα). Εξάλλου αποφάσισα, εκεί, σε μια στιγμή, ότι βαρέθηκα να είμαι εγώ ο μοναδικός μ@λ@κας που σηκώνεται μια ζωή κι ότι θα  πάω κι εγώ με το ρεύμα (κι αυτό μου θυμίζει κάτι αλλά επίσης δεν είναι της παρούσης). *

Και τι νομίζετε ότι έγινε τότε – φυσικά. Η μοναδική φορά στη ζωή μου που δεν σηκώθηκα ήταν κι η μοναδική φορά που θα άκουγα ηλικιωμένο να εξανίσταται, δείχνοντας εμένα: «δεν ντρέπεστε να μη σηκώνεστε, 15 χρονών παιδιά;!»

Κοκκίνησα, πρασίνισα, και το μόνο που κατάφερα ν’ απαντήσω, με ιερή αγανάκτηση, ήταν: «ε όχι κα 15!»

Έκτοτε ακολούθησα τη μοίρα μου, ή / και την καρδιά μου. Σηκωνόμουνα. Και εξακολουθώ να σηκώνομαι. Γιατί παρότι με τίποτα δεν μπορεί κάποιος να με κάνει σήμερα 15 (ή έστω, 23. ΟΚ, έστω τριάντα τρία), παρότι πάντα υπάρχουν πολλοί συνεπιβάτες πολύ μικρότεροι από μένα, εξακολουθώ να είμαι το μοναχικό ΟΥΦΟ από το μυαλό του οποίου περνάει η σκέψη: «μήπως αυτός ο άνθρωπος υποφέρει να στέκεται όρθιος;»

Το Walkman έχει αντικατασταθεί απ’ το  i-pod / i-phone, αλλά το βλέμμα παραμένει το ίδιο αδιάφορο κι επιτηδευμένα αφηρημένο, να κοιτάει το ίδιο άπιαστο εγωιστικό υπερπέραν. Εξάλλου οι θέσεις είναι και πολύ πιο αναπαυτικές σήμερα, φουσκωτές, με μαξιλαράκι.

THE FUTURE LOOKS BRIGHT

Στο σήμερα λοιπόν, στον Οκτώβριο του 2013, βρίσκομαι μέσα στο μετρό να κρατιέμαι απ’ το σίδερο, όταν στον συρμό μπαίνει μια μαμά με παιδάκι 6-7 χρονών, το αριστερό χεράκι του οποίου είναι σπασμένο και βρίσκεται σε γύψο.  Κοιτάζω γύρω-γύρω: υπερπέραν. Η μαμά κρατιέται με το ένα χέρι απ’ το σίδερο και με το άλλο καλύπτει σαν φτερούγα το πονεμένο χεράκι του γιου της. Με πιάνει απελπισία. Κοιτάζω τους καθήμενους προσπαθώντας να τους μεταδώσω τηλεπαθητικά το μήνυμα: «σηκωθείτε ωρέ να κάτσει το παιδάκι!». Υπερπέραν. Θέλω να μιλήσω, αγχώνομαι, θυμώνω, ξεφυσάω. Συνήθως σπεύδω να επιπλήξω αλλά τον τελευταίο καιρό, ντρέπομαι που το λέω, κάτι με κρατάει. Ντρέπομαι αλλά οι καιροί είναι περίεργοι, τα νεύρα όλων στα κάγκελα και όταν ξεκινάς τέτοιους καυγάδες τη σήμερον μπορεί να έχεις κακά ξεμπερδέματα. Συνοφρυώνομαι σφιχτά και ξαναστέλνω: «Όρθιοι ρε γαϊδούρια ξίστρωτα του κερατά που να σας εκραγεί το i-pad!» Υπερπέραν.

«Μαμά να καθίσω;» λέει ξαφνικά το παιδάκι εμφανώς ταλαιπωρημένο. Η φωνή του ακούγεται καθαρά και ξάστερα μέσα στο σιωπηλό βαγόνι.

Οϊμέ.

Υπερπέραν.

Η μαμά δεν απαντά. «Μαμά μπορώ να καθίσω;» επαναλαμβάνει το παιδάκι. «Δεν έχει θέση παιδί μου.» λέει τελικά η μαμά.

Ούτε ανθρώπους έχει το βαγόνι, το τραίνο, η πόλη, η χώρα, παιδί μου. Ή έτσι μου φάνηκε εκείνη την ώρα.  Αυτό που ξέρω στα σίγουρα, είναι ότι δεν φταίει Τρόικα. Ούτε οι καιροί. Κι αν ξαφνικά έβρεχε λεφτά και γινόμασταν όλοι πλούσιοι, και με διαστημόπλοιο να μετακινούμαστε στην πόλη σε μερικά χρόνια, να είστε σίγουροι ότι κανένας δε θα σηκώνεται για κανέναν. Είναι θέμα εγωιστικής αρχής.

…………………………………………………………………………………………………………………………………………….

*Παρατηρείστε σας παρακαλώ πόσα ‘εγώ’ υπάρχουν σ’ αυτόν τον δικαιολογητικό συλλογισμό. Τυχαίο;

Advertisements
This entry was posted in ΩΡΑΙΟΣ ΩΣ ALIEN. Bookmark the permalink.

2 Responses to ΘΕΜΑ ΑΡΧΗΣ. ΤΕΛΟΣ.

  1. Ο/Η Ein Steppenwolf λέει:

    Ούτε τότε ήμαστε κοινωνία, ούτε τώρα γίναμε.

    • Ο/Η alienellin λέει:

      Πάντως η γενιά η μεγαλύτερη από εμένα, δεν θυμάται τέτοια γαϊδουριά (επειδή μ’ ενδιαφέρει το θέμα κάνω γκάλοπ). Βέβαια τότε υπήρχε εισπράκτορας, που λειτουργούσε ως τροχονόμος γι’ αυτά τα θέματα και βέβαια κατά την εφηβεία υπήρχε και το άγρυπνο μάτι του γυμνασιάρχη, που παρενέβαινε στα πάντα, ειδικα στις μικρότερες πόλεις.
      Τέλος πάντων, το θέμα δεν είναι το παρόν ή το παρελθόν αλλά το μέλλον. Τουτέστιν, θα γίνουμε ποτέ κοινωνία; (μπα).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s